Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Εφραίμ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ Ησυχαστής

Αίσθησις Ζωής Αθανάτου (19) – Ομιλίες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή

3 Νοεμβρίου 2009

portraito Osiou Iosif Hsyhastou 02

Συνέχεια από (18)

ΑΡΧΙΜ. ΕΦΡΑΙΜ, ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι. Μ. ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

Γράφει σε πνευματικό του τέκνο τα εξής αποκαλυπτικά: «Ημείς δε ενθάδε την ουράνιον εκλεξάμενοι φιλοσοφία, τω βάθει των θεϊκών μυστηρίων ενδιατρίβοντες, νόα διαυγέστατον απεργαζόμενοι, κατά δυνατόν φροντίζομεν ίνα καταλάβωμεν τα διά χειρών ανέφικτα, νοΐ δε καταληπτά. Θεόν έχοντες συνυπουργόν και αγίους Αγγέλους πυρφόρους, λαλούντας ημίν και τρίβους ουρανίους δεικνύοντας διά μέσου της αγαθής συνειδήσεως».

Το 1938 μετοικίζει στις απόκρημνες σπηλιές της Μικρής Αγίας Αννας. Το 1953, αφού είχε δημιουργήσει μικρή συνοδία, που αποτελείτο από τον π. Αρσένιο, τον π. Αθανάσιο (κατά σάρκα αδελφό του), τον π. Ιωσήφ (βιογράφο του και νυν Βατοπαιδινό και Γέροντά μας), τον π. Εφραίμ (προηγούμενο της Ιεράς Μονής Φιλοθέου) και τον αείμνηστο π. Χαράλαμπο (προηγούμενο της Ιεράς Μονής Διονυσίου) κατέρχεται στην Νέα Σκήτη, στα ησυχαστήρια της Μονής Αγίου Παύλου. Κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1959, ενώ είχε λάβει “πληροφορία” από την Παναγία ότι θα τον πάρει κοντά της ανήμερα της εορτής της.

Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής ήταν άνθρωπος της προσευχής, της νήψεως, των δακρύων αλλά και της αγάπης, που δεν ζητεί τα εαυτής και που όλα και όλους τα περιβάλλει υπό την σκέπη της. Βίωνε την αγάπη ως μέθη πνευματική, υπέρ αίσθηση κατάσταση. Έγραφε ο ίδιος: «Και όλαι μέν αι αρεταί και τα θεία χαρίσματα έχουσιν αίσθησιν και ενέργειαν· η δε θεία αγάπη, οπόταν φθάση κανείς να αγαπήση τον αγαπώντα, υπερβαίνει την αίσθησιν. Και πλέον ενεργεί η θεία αγάπη· και βασιλεύει η θεωρία».

Ήταν άμοιρος κοσμικής μορφώσεως, κατέστη όμως σοφός στα θεία, επειδή τα έπασχε. Έγινε ο έμπειρος, διακριτικός και απλανής οδηγός στις ατραπούς της πνευματικής ζωής. Είχε την ικανότητα να αναλύει τον πολύπλοκο και δυσέκλειπτο πόλεμο των παθών και των δαιμόνων, να διεισδύει αλλά και να μυεί στα μυστήρια της θείας Χάριτος τους «θέλοντας σωθήναι».

Ο Γέροντας πέρασε την πρακτική οδό της καθάρσεως της καρδίας από τα πάθη σε όλη την λεπτομέρεια και την πληρότητά της, γι’ αυτό και απέκτησε σπάνια εμπειρική πνευματική διδαχή, που μπορούσε να “πληροφορήσει” τον ακροατή του ή τον αναγνώστη των γραφών του. Σε αυτόν εφαρμόσθηκαν στην εντέλεια οι λόγοι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι· σοφισθήναι, και ούτω σοφίσαι· γενέσθαι φως, και φωτίσαι· εγγίσαι Θεώ, και προσαγαγείν άλλους· αγιασθήναι, και αγιάσαι».

Ας σταθούμε για λίγο στην διδασκαλία του για να δούμε έστω και «εν εσόπτρω» το βάθος της πνευματικότητός του, που απέρρεε από την εξαιρετική εν Χριστώ βιωματική κατάστασή του.

Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ήταν ένας μεγάλος αγωνιστής και εραστής της νηπτικής εργασίας. Είχε λάβει από τον Θεό την χαρισματική κατάσταση της προσευχής, την νοερά, καθαρά, καρδιακή προσευχή. Η ένωση του νου με την καρδία είναι πολύ προσφιλής και επιθυμητή κατάσταση στους ασκητές. Ο Γέροντας γράφει: «Μόλις έμβη ο νους εις την καρδίαν, ευθύς ξεσκοτίζεται, ειρηνεύει αμέσως, γαληνιά· χαίρεται, γλυκαίνεται· σταματά· καθαρίζεται». Γι’ αυτό προέτρεπε και τους λαϊκούς που ζουν στον κόσμο στην άσκηση της νοεράς προσευχής. Θεωρούσε ότι τους καρπούς της ευχής μπορούν να γευθούν και οι πιστοί μέσα στον κόσμο και να αποκομίσουν μεγάλη πνευματική ωφέλεια, αν έχουν ένα καθημερινό πρόγραμμα για την ευχή του Ιησού.

Ο διηνεκής πνευματικός αγώνας του Γέροντος έφερε ως λάφυρα την αυτομεμψία και τα δάκρυα, που αποτελούσαν γι’ αυτόν μόνιμη κατάσταση. Κατά τον ιδιαίτερο τρόπο εκφράσεώς του για το ταπεινό φρόνημα τόνιζε ότι πρέπει ο ασκητής να έρθει σε αυτογνωσία, σε επίγνωση ότι είναι ένα μηδέν και ο Θεός είναι τα πάντα γι’ αυτόν. Ταπείνωση που στηρίζεται στην επίγνωση για το πόσο ευόλισθοι και τρεπτοί είμαστε προς το κακό, αλλά και συνάμα στην επίγνωση της υψηλής κλήσεώς μας από τον Θεό, ότι έχουμε λάβει το χάρισμα της υιοθεσίας, ότι μπορούμε να γίνουμε θεοί κατά Χάριν. Ως γνώρισμα της αληθινής ταπεινώσεως θεωρούσε τα δάκρυα, τα οποία είναι γεννητικά μεγαλυτέρας βαθμίδος και αισθήσεως της νοεράς προσευχής, και πρόξενα μετοχής της θείας Χάριτος και από το σώμα.

Η ορθόδοξη ασκητική ζωή έχει ως στόχο την απάθεια. Ο μοναχός διά της υπακοής και της επιμελείας στην εργασία όλων των εντολών του Θεού, στοχεύει να προσελκύσει την θεία Χάρη, η οποία θα καθαρίσει την καρδία του από τα πάθη για «να ενοικήση και να εμπεριπατήση» σε αυτήν ο Χριστός. «Εργασθήτε, γράφει σε μία επιστολή του ο Γέροντας Ιωσήφ, τώρα που είσθε νέοι, να θερίσετε καρπόν απαθείας εις το γήρας. Και όχι γήρας πολύ, αλλ εις είκοσιν έτη, εάν βιασθήτε, θα ιδήτε αυτά που σάς λέγω… Και θα ιδήτε τοιαύτην ακινησίαν παθών και ειρήνην ψυχής ως να είσθε μέσα εις τον Παράδεισον».

Έμπλεος θείας Χάριτος ο Γέροντας βίωνε την αληθινή και απλανή θεωρία. Την θεωρία των όντων, του παραδείσου, της δόξης των Αγίων, της κενώσεως του Θεού Λόγου. Και όπως γράφει ο ίδιος, «η μία θεωρία διαδέχεται την άλλη· θεωρία όμως ως ενέργεια της Χάριτος, όχι σκέψεις, εικονισμοί και φαντασίες που δημιουργεί ο νους. Δεν τα πλάθει ο άνθρωπος· μόνα τους έρχονται και κινούν τον νου σε θεωρία». Αλλά και θεωρία ως «αρπαγή του νου, κατάπαυση των αισθήσεων, ακινησία και άκρα σιγή των μελών, ένωση του Θεού και του ανθρώπου εις έν». Την θεία αυτή ένωση στον πιο έντονο βαθμό βιώνει ο ασκητής με την θεωρία του ακτίστου φωτός.

Ο μακάριος Γέροντας είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, ακόμη και για τα πιο μικρά και ασήμαντα πράγματα. Συνεχώς τόνιζε: «Πού είναι ο Θεός; Πάντοτε βοηθεί ο Θεός, πάντα προφθάνει, αλλά θέλει υπομονήν». Την υπομονή στις θλίψεις την αξιολογούσε ως βασική προϋπόθεση ελεύσεως της Χάριτος. Έλεγε ότι «στο τέλος της εξαντλητικής υπομονής εμφανίζεται αισθητά η Χάρις». Δεν έδινε σημασία ούτε στα παροδικά γεγονότα· έβλεπε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας. Η θέση του αυτή, αλλά και η όλη υπερφυσική βιοτή του, πρέπει να παραδειγματίσει τον σύγχρονο άνθρωπο, που είναι εγκλωβισμένος στον ορθολογισμό και τον ανθρωποκεντρισμό, που χαρακτηρίζουν την εποχή μας.

Παντού έβλεπε τον Θεό. Ακόμη και αυτήν την άλογη κτίση την σεβόταν και την έβλεπε ως μέσο δοξολογίας του Θεού. Έχοντας αποκτήσει, διά της μακροχρόνιας ασκήσεως και της ενοικήσεως της θείας Χάριτος, τα αγνά και «γεγυμνασμένα αισθητήρια» έβλεπε την λίαν καλή δημιουργία του Θεού, το κάλλος των δημιουργημάτων να ανυψώνεται στον υπέρκαλο Δημιουργό τους. Έγραφε σε κάποιον που προγραμμάτιζε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος: «Μετά την άνοιξιν είναι ωραία εδώ· από το Άγιον Πάσχα έως της Παναγίας τον Αύγουστον. Θεολογούσιν οι άφωνοι θεολόγοι, τα ωραία βραχάκια και όλη η φύσις. Το καθένα με την φωνήν ή την αφωνίαν του. Εάν εγγίσης το χέρι εις ένα μικρόν χορταράκι, ευθύς φωνάζει πολύ δυνατά με την φυσικήν του ευωδίαν· ωχ! δεν με βλέπεις, αλλά με εκτύπησες! Και καθεξής τα πάντα έχουν την φωνήν τους. Όπου με το φύσημα του αέρος κινούμενα γίνεται εναρμόνιος μουσική δοξολογία προς τον Θεόν».

Συνεχίζεται…