Στ, αγριευμένο πέλαγος

αχνοφαίνεται, βράχος.

Τα κύματα λυσσομανούν

και ανελέητα χτυπούν

χάμω να πέσει ο βράχος..

Χρόνια ο ίδιος πόλεμος

αρχή , πλοκή και τέλος

και η ιστορία αυτή ποτέ

θαρρώ, δε θα έχει τέλος.

Τα κύματα άθελα τους

σμίλεψαν το γέρικο το βράχο,

σκάλισαν με το κτύπημα

εις την κορφή , περίτεχνα

του παραδείσου άνθος..

Πάλι ο ήλιος πρόβαλε,

φωτίστηκε ο βράχος.

Γλάροι ξανά , ξαπόστασαν

στον έρημο το στο βράχο.

Η άνοιξη ,απλόχερα

φύτεψε σε μια σχισμή

λουλούδι αλμύρας.

Μέσα στο πέλαγος ζωή

θύμηση της ελπίδας..

Βράχε τι έχεις ρώτησα

και σε κρατάει ολόρθο

και χάδι τα χτυπήματα

εις το κορμί σου νοιώθω.

( (Ο Πλάστης όταν με έπλασε

με ένα λόγο μόνο ,αντί καρδιά

μου φύτεψε μια ευχούλα μόνο.

Αυτή ψάλλω μερόνυχτα

και δε με αγγίζει ο πόνος)).

Δε ξέρω , τι μου θύμισε

η ιστορία του βράχου,

μα νοιώθω η Παντάνασσα

μου ορμήνευσε, να γράφω.

Γέροντος , Καθηγούμενου

θλιβερή αυτή η ιστορία

και δείγματα ,άπειρα έδωσε

σε μας, χωρίς οικονομία..

Από τα κτίσματα σωρό

παρόμοιες ιστορίες.

Αγιολόγια κοίταξε

αν έχεις απορίες..

Είναι ποίημα στη γιορτή του

με περίσεμα αγάπης

και με έμπονη τη θλίψη

που χτυπάνε, δίχως τύψεις.

Μα η φιλόστοργη Μαρία

με το Ωμοφόριο Της

θα καλύψει το παιδί Της.

Είναι γη και αυτός, δική Της..

ΜΝΑΣΩΝ Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ