Ορθόδοξη πίστη

Η συμμετοχή του Αγίου Όρους στην Επανάσταση , μέσα από το βιβλίο « Το Άγιο Όρος» του Μοναχού Δωροθέου (Βατοπαιδινού).(2)

22 Μαρτίου 2010

Ιερά Μονή Εσφιγμένου

Συνέχεια από (1)

Εκδόσεις Τέρτιος . Τόμος 1ος .Κεφ. ΧΧ ( σελ. 130 – 142 ) .

Στο μεταξύ ο τούρκικος στρατός, ανοργάνωτος και ηττοπαθής, ενισχύεται κατά την προέλασή του με νέες δυνάμεις. Κατά το τέλος Ιουλίου , παύεται ο Μπαϊράμ πασάς και τοποθετείται ο βαλής Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Εμίν Αβδουλάχ πασά ή Αβδούλ Ρομπούτ ( το δεύτερο όνομα του έδωσε αφορμή να μετονομασθεί, με την αλλαγή κάποιων γρμμάτων, σε Εμπού Λουμπούτ = Ροπαλοφόρος).

Η τούρκικη επέλαση είναι σαρωτική. Στις 27 Οκτωβρίου ( παλαιό ημερολόγιο) οι Τούρκοι εισέρχονται στον Πολύγυρο. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται : διαδραματίστηκαν τέτοιες « σκηνές φρικτής ακολασίας και απανθρωπίας, που για δεκάδες χρόνια έμειναν ζωηρά χαραγμένες στη μνήμη των αυτοπτών μαρτύρων » . Τρεις μέρες μετά ( 30 Οκτωβ.) διασπάται το αμυντικό τείχος της Κασσάνδρας και η χερσόνησος εκείνη παραδίνεται στις φλόγες. Οι χριστιανοί έχουν καταφύγει έντρομοι στον Άθω, στον μόνο τόπο που δεν πάτησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι. Οι ώρες είναι πολύ κρίσιμες και οι πολλαπλές μέριμνες της Ιεράς Κοινότητος επαυξάνουν την αγωνία της , να διαφυλάξει την ακεραιότητα του Τόπου και των 7.000 γυναικοπαίδων από τη Χαλκιδική και τα γύρω νησιά που βρίσκονται εδώ από την έναρξη της Επανάστασης . Μια επιστολή της Ιεράς Κοινότητος προς τους Υδραίους ( 29 Ιουνίου) διεκτραγωδεί τις δραματικές εκείνες ώρες των όσων « ανδρών, γυναικών και παιδίων υπομαζίων » , που έφθασαν « έως τους πρόποδας του κυρίου και δυσβάτου Άθωνος, ζητούντες με παθητικάς φωνάς και ελεεινοτάτην κατάστασιν,άρτον…» Ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών και το σβύσιμο της χιλιόχρονης μοναχοπολιτείας επίκειται. Έτσι ,με την κλιση της πλάστιγγας υπέρ των Τούρκων, αρχίζει και η στροφή των Αγιορειτών προς τη διαλλαγή. Λοιπόν πρώτα ελευθερώνεται ο ζαπίτης του Όρους, ο οποίος ετηρείτο καθ’ όλο το διάστημα των επιχειρήσων , στη Μονή Κουτλουμουσίου. Ο ζαπίτης , άνθρωπος περιοριμένης διανοητικότητας και ανίδεος της εξέλιξης των πραγμάτων συντάσσει αμέσως γράμμα , καθ’ υπαγόρευση βέβαια , προς τη Μονή Εσφιγμένου ( 9 Νοεμβ.) : να του στείλουν αμέσως δέσμιους «τον λεγόμενον Άρχοντα ( τον Παπά δηλαδή) μετά του επαράτου και οπαδού του Νικηφόρου, τους οποίους να τους πιάσητε και να μου τους στείλετε , ομού και τον ηγούμενόν σας…» Μια επιτροπή από δώδεκα μοναχούς στέλνεται στον Λουμπούτ ( 11 Δεκ.) , που είχε στρατωνίσει στο χωριό Άγιος Μάμας, της επιτροπής είχε προηγηθεί 8μελής αντιπροσωπία. Η « προσκύνησις» φαίνεται να ήταν η μόνη λύση . Έχει δε το ελαφρυντικό ότι έγινε μετά τη μάχη της Κασσάνδρας και σκηνοθετήθηκε έτσι ώστε να θεωρηθούν ένοχοι μόνο ο Εμ. Παπάς, ο Νικηφόρος Ιβηρίτης και ο Ευθύμιος Εσφιγμενίτης. Ο πασάς, πιστεύοντας ότι το Όρος είναι καλά οχυρωμένο , αμφέβαλλε για την ειλικρίνεια των προθέσεων της αγιορείτικης αντιπροσωπίας. Τελικά, αφού διαπίστωσε την αλήθεια , αναφώνησε : « Εύγε σας καλογέροι, οπού προφθάσατε και με προσκυνήσατε…! »

Ο Λουμπούτ ήταν πολύ πονηρός και κέρδιζε περισσότερα με την τακτική της αλεπούς : έπρεπε πρώτα να γίνει κυρίαρχος της Χερσονήσου , κι ύστερα ήξερε…Έτσι ,σύμφωνα με περιγραφή του Δοσίθεου : « Εφαίνετο εις όλους γλυκύς, ήμερος, και όλος γεμάτος καλωσύνην. Το πρόσωπόν του έδειχνε εις τους ανθρώπους παντοίαν ευφροσύνην και χαράν, και έλεγε προς τους καλογήρους οπού τον επροσκύνησαν , ότι διόλου ας μη υποπτεύωνται , μήτε να φοβώνται και λυπούνται, καθότι τρεις ημέρας , και όχι περισσότερον, οι άνθρωποί του θέλουν σταθεί εις το Όρος …» . Οι όροι που θέτει ο Τούρκος είναι επαχθέστατοι : 3.000 πουγγιά ( από το λατινικό pugio , 1 πουγγί = 500 γρόσια ) δηλαδή 1.500.000 γρόσια πολεμική αποζημίωση. Το τι αντιπροσωπεύει αυτό το ποσό φαίνεται αν συγκριθεί με τα 12.000 γρόσια μηνιαίο ναύλο μιας γολέτας « καλά αρματωμένης με κανόνια και λοιπά λιανά άρματα, και με ναύτας στρατιώτας πεντήκοντα » , να περισκοπεί τη Χερσόνησο « νύκτα τε και ημέραν» . Για την ασφαλή λήψη της αποζημίωσης ο Εμίν ζητά και δέκα έγκριτους Αγιορείτες μαζί με τις συνοδίες τους , ως ομήρους στην Κωνσταντινούπολη, ενώ 100 μοναχούς , τους « μετοχιάριους » έχουν μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη. Επίσης ζητά να του παραδοθεί ο Εμ. Παπάς , ο οποίος κρυβόταν στο Όρος και το κρησφύγετό του γνώριζαν λίγοι . Το έργο της προδοσίας ο τούρκος αναθέτει στον Εσφιγμενίτη αρχιμ. Κύριλλο . Ο Κύριλλος συναντά τον Παπά και του αποκαλύπτει το σχέδιο του Λουμπούτ , κι έτσι οι δυό τους αναχωρούναπό το Όρος με πλοίο , όμως ο ήρωας της Επανάστασης , « από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνος» πεθαίνει κατά το ταξίδι « εξ αποπληξίας » . Ασφαλώς οι όροι θα ήταν σκληρότεροι αν η Ιερά Κοινότης δεν είχε τη σύνεση να ασφαλίσει τον καϊμακάμη του Όρους μαζί με τους υπαλλήλους του στη Μονή Κουτλουμουσίου , καθόλο το διάστημα των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο μεταξύ οι βάρβαροι ξεσπούν με εκδικητική μανία στον ανδρισμό της φυλής μας. Κάποιες φράσεις από ένα έγγραφο της Ιεράς Κοινότητος ( 1 Μαρτίου 1822) είναι εν προκειμένω αποκαλυπτικές : οι τούρκοι οργώνουν το Όρος « ζητώντας άρματα και παιδιά …, περπατούν εις τα κελλιά από σπίτι σε σπίτι γυρεύοντας παιδιά …» και, γι’ αυτό το λόγο, οργανώνουν « τευτήσι » ( αιφνίδιες έρευνες) στα σκηνώματα του Όρους.

Ο Λουμπούτ , μετά την ανέλπιστη εκείνη νίκη και την ολοκληρωτική επικράτησή του στη Χαλκιδική προάγεται σε βεζύρη και στρατάρχη, ενώ ο σουλτάνος , με γράμμα του προς αυτόν , εκφράζει την ευαρέσκειά του, στέλνοντας του δώρο « μίαν χρυσοποίκιλτον ερραμμένην στολήν εκ μηλωτής ερμίνας , χάρμα των οφθαλμών, ως και μίαν σπάθην με αδαμαντοκόλλητον λαβήν » . Για την είσπραξη της αποζημίωσης ορίζεται ως εισπράκτορας ο άρχοντας στη Θεσσαλονίκη Βασματζής Σπανδωνής, κι αργότερα ο γιος του Κωστάκης. Ο γιος δεν ήταν του ηθικού αναστήματος του πατέρα του. Το αρχικό ποσό των 3.000 πουγγιών , πριν περάσει χρόνος, βρίσκεται αυξημένο κατά 10%. Για τη γρήγορη και αποτελεσματική είσπραξη της αποζημίωσης , οι τούρκοι βασανίζουν τους όμηρους : « έδειραν όλους ανηλεώς και κατ’ εξοχήν τον κυρ Σπανδωνήν….και ευρίσκεται ημιθανής ». Μέχρι αυτή τη στιγμή πέθαναν και δύο μοναχοί , από τα μαρτύρια. Τα μοναστήρια , για να μπορέσουν να ξοφλήσουν το βαρύ τίμημα , πουλούν ό,τι έχουν ή πέφτουν στα δίχτυα εβραίων και τούρκων τοκογλύφων. Η ερήμωση του Όρους και της λοιπής Χαλκιδικής είναι τραγικά και αξιοθρήνητη : « Τι παιδείαι, τι τυραννίαι είναι εις τα λοιπά μοναστήρια, δεν ημπορούμεν να σας παραστήσωμεν . Είναι σχεδόν απερίγραπτα. ..» . Κι αλλού : « υπεμείναμεν πύργους , φυλακάς, δεσμά, άλυσες, κρεμάλες κατακέφαλα …κανείς δεν μας ελυπήθη…» . Ο αριθμός των μοναχών από «2.980 ονόματα » , τον Αύγουστο του 1821 , μειώθηκε σε λίγους μήνες, κατά δύο τρίτα. Όλοι οι μοναχοί « δεν συμποσούνται ούτε εις χιλίους …άλλοι μεν τρέφονται εκ των ψιχίων των ταγινίων ( ελλ. ταγή > τουρκ. Tayin = μερίδα, σιτηρέσιο) των στρατευμάτων , και άλλοι με χόρτα μόνον …» . Είναι « μεγάλη η συμφορά και παντελής ο αφανισμός των εν αυτώ ( Αγίω Όρει) ενασκούντων δυστυχισμένων πατέρων », αλλά και των μονών , οι οποίες έφθασαν « εις τέλειον γονατισμόν » . Οι τούρκοι συνεχίζουν να « παιδεύουν , να τυραννούν τους ανθρώπους » και η Ιερά Κοινότης να προκαλεί το μαρτύριο : « αν είναι του βασιλέως να μας χαλάση, ας μας χαλάση μίαν ώρα πρωτύτερα…» . Σ’ άλλο γράμμα της η Ιερά Κοινότης γράφει στον Εμίν : « κόπιασε μόνος εις τα μοναστήρια , και ό,τι εύρης πάρετα. Ημείς είμεθα ευχαριστημένοι να μας αφήσης με το υποκάμισο. ..» Ο Άθως στενάζει , χωρίς να βρίσκει διαφυγή. Από την ημέρα της συνθηκολόγησης ( 15 Δεκ. 1821) βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Όρος 3.000 τούρκοι οπλίτες . Στη Λαύρα μόνο εγκαθίστανται 372 καθώς και 61 άλογα. Όλοι αυτοί , απάνθρωποι και υπάνθρωποι, με το γνωστό αγέρωχο ύφος του βάρβαρου νικητή, τρέφονται από τις Μονές και υπηρετούνται από τους μοναχούς καθόλο το διάστημα των 100 μηνών που μένουν εδώ.

( συνεχίζεται )