Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΈργα Γέρ. Ιωσήφ

Εκ των λόγων του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού: «Το Μυστήριο του Θείου Πάθους» (2ο μέρος)

2 Απριλίου 2010

Εκ των λόγων του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού: «Το Μυστήριο του Θείου Πάθους» (2ο μέρος)

Αξίζει όμως εδώ να κάνουμε ένα σταθμό για να περιγράψουμε μερικά γεγονότα που δεν πρέπει να μείνουν απαρατήρητα. Όταν ο Μωϋσής συνετέλεσε την αποστολή του ως οδηγός και λυτρωτής των Εβραίων, και παράδωσε την εξουσία στον διάδοχο του Ιησού του Ναυή με όλες τις επαγγελίες και ευλογίες που τους υποσχόταν ο Θεός, έγραψε με παράπονο μια του ωδή, την β΄ , στην οποία εκφράζει τον πόνο και την πικρία του, γιατί ακριβώς πρόβλεψε ότι δεν θα πειθαρχούσαν και δεν θα αξιώνονταν των ευλογιών και επαγγελιών που τους υποσχόταν ο Θεός. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός μας, ο πραγματικός Λυτρωτής και μόνος Σωτήρ του κόσμου, όταν επετέλεσε την πανσωτηρία διά της θείας Του κενώσεως και του Σταυρού, προέβλεψεν ότι δεν θα σωθούν όλοι οι άνθρωποι για τους οποίους εθυσιάσθη· γι΄ αυτό ακριβώς στην κρισιμώτερη ώρα του πάθους Του, εκίνησε τα μαραμένα Του χείλη και είπε, «διψώ»! Και ναι μεν ο δριμύς πόνος από την παρατεταμένη δοκιμασία Του δημιουργούσε και μια φυσική ανάγκη δίψας, αλλ΄ η κραυγή του Ιησού «διψώ» δεν ήταν έκφραση της σωματικής δίψας, Εκείνου που επί 40ήμερον διετέλεσε νήστις παντελώς. Η δίψα του ήταν η έκφραση της φλεγόμενης από αγάπη πανάγαθου καρδίας Του, η οποία διψούσε όλων των ανθρώπων τη σωτηρία. Η θυσία Του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα μπορούσαν να σωθούν και όλων των ουρανίων σωμάτων οι κόσμοι, αν ήσαν κατοικημένοι. Η λέξη «διψώ» είναι συγχρόνως το οξύ κέντρον ελέγχου κάθε λογικής φύσεως, κάθε συνειδήσεως και καρδίας που αξιώθηκε της θείας έπιγνώσεως και εξ αμελείας προδίδει την αγάπη Του· είναι ο δριμύς έλεγχος κάθε αδιαφορίας, κάθε προφάσεως, κάθε προδοσίας της μεγάλης αυτής θυσίας, η οποία ούτε πρίν, ούτε τώρα, ούτε και στο παρατεταμένον μέλλον θα μπορέσει να περιγραφεί. Η φλεγόμενη Του καρδία εξέφραζε τη διακαή Του δίψα να συνεχίσει, αν ήταν δυνατό, τα πανάχραντα Του πάθη, για να συγκινήσει και σπρώξει τους αναίσθητους και πωρωμένους που δεν εισέρχονται και μένουν έκτος.

Και εδώ βλέπουμεν να εκτυλίσσεται ένα μυστήριο συγκλονιστικό: βλέπουμε την θεϊκήν αγάπη σ΄ όλη της την έκταση να απλώνεται στους ανθρώπους, να τους καταδικάζει στην αθανασία, στην ισοθεΐα και στην υιοθεσία, ενώ η ανθρώπινη κακία με τη σειρά της να αρνείται την προσφορά. Εκείνο που δικαιούται κάθε άνθρωπος, και αυτός ακόμα ο προδότης και κακοποιός, ένα ποτήρι ψυχρού ύδατος, δεν το εδικαιούτο ο μεγαλύτερος ευεργέτης της ανθρωπότητος. Αυτός που συνεκλόνισε την ιουδαϊκή γη με τα υπερφυσικά Του θαυμάσια, ο «περιελθών πάσαν την περίχωρον ευεργετών και ιώμενος» τους πάντας, αυτός που δίδαξε έμπρακτα την ειρήνη, τη συμπάθεια και την αγάπη, όταν κατάδικος έκραξε «διψώ», του πρόσφεραν, αντί ύδατος όξος και χολήν. Ω, πόσο τυφλό πράγμα είναι η κακία! Ιδού μια ευκαιρία συγκρίσεως· ο καθένας ας ερευνήσει τον εαυτό του για να δει, από τις εσωτερικές του διαθέσεις, σε ποιο σημείο βρίσκεται· η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Τέλος, αφού ο γλυκύτατος μας Ιησούς, ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, για πολλοστή φορά εγεύθη την αχαριστία αυτών που ευεργέτησε, και αφού ήδη εξετέλεσε πλήρως την πατρική βουλή, εξεφώνησε και τα τελευταία Του λόγια. Αφού δεν αποδέχτηκαν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός Του την προσφορά της αγάπης Του και ο παρανομώτατος όχλος «ουκ εβουλήθη συνιέναι», και αφού δεν έμεινε κανένα πλέον περιθώριο να συγκινηθεί η πωρωμένη τους καρδιά, στράφηκε προς τον ουράνιο Πατέρα Του και, τρόπον τινά, απαιτητικά του ζήτησε σαν χάρη να συγχωρήσει τους σταυρωτές Του: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Ω λόγος συνταρακτικός και συγκλονιστικός! Ποιος άλλος θα μπορούσε να τον εκφράσει εκτός από τον μόνον Θεάνθρωπο; Και μόνη η φωνή αυτή, και μόνη η ευχή αυτή ήταν ικανή να πείσει όλο το σύμπαν ότι αυτός και μόνο ήταν ο Υιός του Θεού ο μονογενής.

«Και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Ιω. ιθ΄ 30). Μυστήρια μυστηρίων. Ξέρουμε πως κάθε άνθρωπος πρώτα πρώτα παραδίδει το πνεύμα, και μετά κλίνει την κεφαλή· ενώ ο Ιησούς μας πρώτα έκλινε την κεφαλή και μετά παρέδωσε, όταν ηθέλησε και όπως ευδόκησε, το πνεύμα Του. Τούτο εννοούσε όταν έλεγε, «εξουσίαν έχω θείναι την ψυχήν μου και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν» (Ιω. ι΄ 18). Ο δε θείος Δαμασκηνός στην υμνολογία του αναφέρει: «φόβω σοι ως θεραπαινίς η τελευτή προσταχθείσα πρόσεισι τω Δεσπότη της ζωής…». Με τον τελευταίο του λόγο «τετέλεσται», ο Χριστός αφήκε το πνεύμα και συνεπλήρωσε όλη την οικονομία του παμμεγίστου μυστηρίου της προαιώνιας βουλής του Θεού.

Με αυτά συνεπλήρωσε όλη την «εξ ασθενείας», κατά τον Παύλον, προσφορά Του με την οποία, ως «υιός του άνθρωπου», ετελεσιούργησε την ανάπλαση και αναδημιουργία της παρεφθαρμένης μας φύσεως. Ο μέγας Αθανάσιος στο λόγο του περί του Πάθους και του Σταύρου του Κυρίου μας αναφέρει τα έξης: «Καταβέβηκε γαρ ίνα ημών την άνοδον κατασκευάση, και πεπείραται γενέσεως ίνα ημείς δι΄ αυτού τω αγεννήτω (Πατρί) φιλιάσωμεν. Ησθένησε δι΄ ημάς ίνα ημείς εγερθώμεν εν δυνάμει και είπωμεν, ως ο Παύλος, πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ. Υπό των δημίων εκδυδίσκεται ους ημείς εν τω Αδάμ ενεδυσάμεθα χιτώνας, ίνα αντί τούτων τον Χριστόν ενδύσασθαι δυνηθώμεν. Υπέρ ημών ωδινάτο και εμερίμνα, ίνα ημείς ανόδυνοι γενώμεθα. Κάλαμον επί την δεξιάν αυτού έδωκαν, ίνα κατ΄ αλήθειαν σύντριψη αυτούς ως σκεύη κεραμέως, αλλά και το μυστικώτερον, ίνα διά του καλάμου, ως γραφικού οργάνου, υπογραφή ημών την ελευθερίαν και του κοινού ημών εχθρού θανάτου και διαβόλου την καθαίρεσιν».

* * *

Ας αναφερθούμεν τώρα και στα «εξ αυθεντίας» ενεργηθέντα υπό του Ιησού μας. Οι λόγοι πλέον της οικονομίας παρήλθαν και ο πανσθενουργός του Θεού Λόγος, ο οποίος χθες έπασχεν ως υιός ανθρώπου, αποκαλύπτεται τώρα σ΄ όλη Του τη θεοπρεπή παντοδυναμία. Χθες οι υπηρέται του Πιλάτου τον ερράπιζαν σήμερα διά της αστραπής της Θεότητός Του ραπίζει του θανάτου και του Άδου τα βασίλεια. Χθες υπό των Γραμματέων και Φαρισσαίων και του ελεεινού όχλου των Ιουδαίων ενεπαίζετο («ουά, ο καταλύων τον ναόν του Θεού, κατάβηθι από του σταυρού και πιστεύομέν σοι»)· σήμερα εμπαίζει και φοβίζει τους άρχοντες του σκότους και του Άδου.

Μόλις ο Κύριος μας Ιησούς κατέβηκε με την τεθεωμένη Του ψυχή στον Άδη, Τον συνακολούθησαν όλες οι ουράνιες δυνάμεις, όχι βέβαια για ενίσχυση -ποίαν ενίσχυση χρειάζεται ο παντοδύναμος Λόγος του Θεού, «ο φέρων τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού»; (Εβρ. α΄ 3). Αλλά για δορυφορίαν, και περισσότερο για θαυμασμό των μεγάλων Του βουλών και σχεδίων, διά των οποίων ετελεσιούργει την άρρητον αυτού οικονομίαν, «ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν εαυτώ, τα επί τοις ουρανοίς και τα επί της γης» (Εφεσ. α΄ 10), αλλά και τα υπό την γην. Προπορευόμενες οι μεν και ακολουθώντας οι δε, όλες οι ουράνιες δυνάμεις με πολύ δέος έψαλλαν: «Άγιος, άγιος, άγιος, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο βασιλεύς των δυνάμεων», και εσείσθησαν του Άδου τα σκοτεινά δεσμωτήρια. Ο δε άρχων του σκότους και όλες οι αποστατικές δυνάμεις του, αισθανόμενες ότι έφθασεν η ώρα της καταδίκης των, κατέβαλαν και την τελευταία προσπάθεια να αμυνθούν.

Ας μεταφέρουμε εδώ μερικά νοήματα από σχετικό λόγο του μεγάλου μας Πατρός Επιφανίου: «Όταν προσήγγισαν αι προπορευόμενοι δυνάμεις των Ασωμάτων λειτουργών, αι οποίαι συνεπορεύοντο μετά του Σωτήρος ημών, έκραξαν προς τους εντός κεκρυμμένους τυράννους του σκότους: Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. Και ως να ηγνόουν οι σκοτεινοί κάτοχοι του Άδου τι να σημαίνη η φωνή αυτή, απήντησαν δειλά και ταραγμένα: Τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης; ουδέποτε ουδείς έφθασεν εις τα του Άδου βασίλεια με τοιαύτην εξουσίαν μήπως είναι εκείνος ο όποιος ήρπασεν από τα ιδικά μας ταμεία τον υϊόν της χήρας και την θυγατέρα του Ιαείρου και τον τετραήμερον Λάζαρον; μήπως είναι εκείνος ο οποίος εξέβαλλε τους ιδικούς μας υπηρέτας από τους ανθρώπους και εθεράπευσε τας νόσους και μαλακίας τας οποίας ημείς εδημιουργήσαμεν εις αυτούς; εκείνον ημείς ενηργήσαμεν διά των υπουργών των ιδικών μας θελημάτων και τον εσταύρωσαν και δεν αντέδρασε, αλλά προσεποιείτο ασθένειαν και φόβον και προσηύχετο: Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες; αυτός εδίψα και ημείς του εδώσαμε χολήν, και πως τώρα υμείς λέγετε, «ο βασιλεύς της δόξης»; Και αι ούράνιαι δυνάμεις επανέλαβον μετ΄ εξουσίας: Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και μή βραδύνετε, μην ερωτάτε, μην απορείτε, μή προφασίζεσθε. Βραδυνόντων δε των σκοτεινών δυνάμεων και διερωτώντων και πάλιν «τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης», εβόησαν οι επουράνιοι μετά παρρησίας: «Κύριος των δυνάμεων, αυτός έστιν ο βασιλεύς της δόξης». Και με τον λόγον αυτόν συνετρίβησαν αι θύραι, κατεθλάσθησαν οι μοχλοί, και ανεσπάσθη ριζοιδόν η είσοδος των σκοτεινών δεσμωτηρίων του Άδου. Τότε φρίκη, τρόμος και φόβος κατέλαβε τους άρχοντας του σκότους, οι οποίοι φεύγοντες εκρύπτοντο εις τα βαθύτερα του Άδου σπήλαια και καταγώγια, από προσώπου της δόξης του Κυρίου. Τότε διά δεσμών αλύτων κατεδέθη ο τύραννος και πάσα η εξουσία και δύναμις αυτού επί του ανθρώπου εφηρέθη εξ αυτού, και ουδενός πλέον εξουσιάζει εκ των όσων πιστεύουν και ακολουθούν τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Αυτό προβλέπων ο Δαυΐδ έλεγε «του εχθρού εξέλιπον αι ρομφαίαι εις τέλος». «Αφού εφώτισε διά της αστραπής της θεότητας Του ο Κύριος όλα του σκοτεινού Άδου τα μέρη και καταγώγια, αβάδισε προς τον πρωτόπλαστον και πρωτόθνητον προπάτορά μας Αδάμ, τον οποίον βαθύτερον εξ όλων των ανθρώπων ο θάνατος εφύλαττε. Τότε ο Αδάμ ανέστη και σταθείς εβόησε με εκπληξιν εις τους περί αυτόν απ΄ αιώνος νεκρούς: Φίλοι μου και τέκνα μου, ακούω γνωστόν εις εμέ ήχον ποδών είναι αυτός ο ήχος τον οποίον ήκουσα και τότε, το κατηραμένον εκείνο δειλινόν, ότε εκρυπτόμην εις τον παράδεισον διά την παράβασίν μου. Εάν όντως Εκείνος είναι και έρχεται προς ημάς, θαρσείτε διότι εγγίζει και η απολύτρωσις ημών. Και λέγοντος αυτά προέφθασεν αυτόν ο Κύριος διά της παρουσίας Του υπό την θεανδρικήν αυτού μορφήν. Τότε τύψας το στήθος ο γηραιός Αδάμ εβόησε: Ο Κύριος μου μετά πάντων». Και άπεκρίθη ο Ιησούς: «Και μετά του πνεύματος σου»· ανάστα, πλάσμα το εμόν, ανάστα εικών η εμή, ανάστα και έγειρε εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Θεός· ανάστα, έγειρε, άγωμεν εντεύθεν ουκέτι εις Άδην, η παραμονή σου, αλλ΄ εις αυτόν τον ουρανόν δεν σε εποίησα διά τον Άδην, αλλά διά την ζωήν και δι΄ εσέ εδανείσθην την ιδικήν σου φύσιν, γενόμενος απόγονος και υιός σου, ίνα χαρίσω εις σε την υϊοθεσίαν του ιδίου μου Πατρός· ανάστα, έγειρε, άγωμεν εντεύθεν…».

* * *

Έτσι, σύμφωνα με όσα μας παρέδωκεν η αγία μας Εκκλησία, αγαπητοί, πιστεύομεν ότι επετελέσθη πλήρως διά της συγκαταβάσεως του Θεού Λόγου η ανακαίνιση της κτίσεως και ιδίως η ανάπλαση της ανθρωπινής φύσεως. Διά της υποστατικής Του ενώσεως με το κτίσμα Του, τον άνθρωπο, ο θείος Λόγος μετέδωσε και συνεχώς μεταδίδει τις θεοπρεπείς Του χάριτες σ΄ όλη τη δημιουργία, ειδικώτερα δε στον άνθρωπο, τον οποίο κατέστησε, κατά τον Παύλον, σύσσωμον Αυτού. Δεν είμεθα πλέον ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίτες των αγίων και οικείοι του Θεού, καθό σύσσωμοι με Αυτόν, αφού μας συνήρμοσε στο δικό Του σώμα, την Εκκλησία.

Ας αναφέρουμε εδώ μερικά λόγια διαπρεπούς θεολόγου της Εκκλησίας μας: Αφού ο Θεός Λόγος έγινε σαρξ, «σώμα», εν τω σώματι Του ενήργησε όλη την οικονομία της σωτηρίας του κόσμου και έτσι το σώμα Του έγινεν Εκκλησία, μέσα στην οποία συνεχίζεται αδιάκοπα όλη η κοσμοσωτηρία από όλους τους παράγοντες της φθοράς και του θανάτου· αυτό είναι που τονίζει ο Παύλος, όταν αναφέρει ότι ο Σωτήρ ενήργησεν «εν τω σώματι Αυτού». Διά της θεανθρωποιήσεώς Του ο Κύριος μας εισάγει σε μιάν εξ αίματος συγγένεια με το Θεό. Η Καινή Διαθήκη με το αίμα του Θεανθρώπου Χρίστου δεν είναι διαθήκη με λόγο η διδασκαλία η νόμο η εντολή η άλλη σύμβαση, αλλά διαθήκη εν αίματι θείω και ανθρωπίνω που είναι ακριβώς η πηγή και αιτία όλων των ζωοποιών και θαυματουργών δυνάμεων που ενεργούν την θεανθρώπινη οικονομία της σωτηρίας μας. Το «ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης», δεν σημαίνει άλλο παρά την «ενχρίστωσιν», την «χριστοποίησιν» των πάντων. Να ανακεφαλαιωθούν τα πάντα σ΄ ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και έτσι να φθάσουν τον θείο και αιώνιο σκοπό τους, «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφεσ. α΄ 23). Να λοιπόν ποιο είναι το μυστήριο του Θεού, το Ευαγγέλιο, η καλή αγγελία που αποκαλύπτει όλο το νόημα της υπάρξεως του ουρανού και της γης, όλων γενικά των κτισμάτων. Το Ευαγγέλιο είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός εντός μας, με όλο το πλήρωμα της θεανδρικής Του υπάρξεως, με τη μορφή Του στο κάθετι που συνιστά τη φύση μας. Το μυστήριο του Θεού, το Ευαγγέλιο, συνίσταται στο να ζη ο Χριστός εν ημίν και όχι ημείς εν αυτοίς, στο να γίνωμεν Χριστοειδείς σ΄ όλη μας την ύπαρξη και να αντανακλάται η μορφή Του πάνω σε ότι εμείς είμεθα. Τούτο κατορθώνεται «εν τη Εκκλησία» διά των θείων μυστηρίων και των αγίων αρετών. Κάθε μυστήριο και κάθε αρετή μορφώνει μέσα μας αυτή τη θεία μορφή, αυξανομένην έως ότου όλες οι αρετές με τα μυστήρια μορφώσουν προοδευτικά μέσα μας πλήρως την θείαν αυτήν εικόνα: η μετάνοια, η νηστεία, η προσευχή, η κοινωνία, η πίστη, η αγάπη, η πραότης, συνεχιζόμενες με υπομονή σ΄ όλη μας τη ζωή «άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν» (Γαλ. δ΄ 19). Ναι, ο Χριστός και κανένας άλλος, ούτε ο δικός μας εαυτός, να λάβη μέσα μας μορφή. Χωρίς την μορφή του Χρίστου εντός του ο άνθρωπος δεν είναι παρά κτήνος ή δαίμων. Αγωνιζόμενοι στην έν Χριστώ ζωή μετέχουμε συνεχώς σ΄ όλο το Σώμα και τον βίο του Χρίστου μας και γινόμεθα, ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, ο Χριστός επαναλαμβανόμενος· μετέχουμε σ΄ όλα τα θεοειδή χαρίσματα που μετάδωσε στη φύση μας διά των αγίων Του παθών και της Αναστάσεώς Του. Και, αν και είμεθα επί της γης, όμως «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει», (Φιλ. γ΄ 20) και ενώ ευρισκόμεθα μεταξύ των ανθρώπων, «η ζωή ημών κέκρυπτε συν τω Χριστώ εν τω Θεώ»· λοιπόν, «τα άνω φρονώμεν, μή τα επί της γης» (Κολ. γ΄ 23).

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ (Βατοπαιδινού), § Το Μυστήριο του Θείου Πάθους, σελ. 205-213, Λόγοι Παρακλήσεως, Το Μυστήριο του Θείου Πάθους, Γ΄ Έκδοση, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1998

εμείς αντιγράφουμε από: ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ – ELDER JOSEPH OF VATOPAIDI (Facebook)