Συναξαριακές Μορφές

10 χρόνια απο την κοίμηση της Γερόντισσας Χαριθέας, Ηγουμένης Ιεράς Μονής Αγίου Ηρακλειδίου (1)

13 Απριλίου 2010

Η μακαριστή Γερόντισσα Χαριθέα, κατά κόσμο Ελένη Χατζηχάρου, γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Αθηένου και ήταν το δεύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας της. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια βοηθούσε στις διάφορες γεωργικές εργασίες την οικογένεια της η οποία διακρινόταν για την κοινωνική και οικονομική της κατάσταση.

Ο πόθος της για το μοναχικό βίο

Από πολύ νεαρή ηλικία η καρδιά της φλεγόταν από τον πόθο να αφιερώσει τη ζωή της στο Χριστό ακολουθώντας το μοναχικό βίο, πράγμα πολύ ασυνήθιστο για τα κυπριακά δεδομένα, αφού μέχρι τότε δε λειτουργούσε ούτε ένα γυναικείο κοινόβιο στην Κύπρο.Στην εκπλήρωση της επιθυμίας της αυτής συνάντησε μεγάλη αντίσταση από τους γονείς της οι όποιοι μάλιστα την πίεζαν συνεχώς να παντρευτεί. Σχετικά αναφέρει η ίδια στο προσωπικό της ημερολόγιο: «Αφ΄ ης ημέρας ανεκοίνωσα τον σκοπόν μου στους γονείς μου, άνοιξα εμπρός μου ένα χάος αδιαπέραστον. Δεν το περίμεναν, δεν ήθελαν να ακούσουν περί μοναχικής πολιτείας, τους εφάνη τόσον απαίσιον και δεν εδίσταζαν να μου λέγουν, ότι τους επρόσβαλλα και ότι έπρεπε να παραιτηθώ. Και μέραν και νύκτα είχαμεν ένα πόλεμον ακατάπαυστον. Εγώ επέμενα, εκείνοι με απέτρεπαν και ήμουν διαρκώς λυπημένη και επαρακαλούσα τον Θεόν να με φώτιση τι να κάνω διότι ητο δι΄εμέ ένας θάνατος. Είχα εκ δεξιών μου την αγάπη του Θεού και εξ αριστερών μου την αγάπην των γονέων μου. Τον Θεόν δεν τον έβλεπα, αλλά τον αισθανόμην τόσον πλησίον μου, που δεν ήθελα να απομακρυνθώ, διότι κάτι σα μέθη πνευματική, μία γλυκύτης άρρητος, μία χαρά ανείπωτος επλημμύριζεν την καρδίαν μου και έφρισσεν από πνευματική αγαλλίασιν το πνεύμα μου. Πάλιν τους γονείς μου τους υπεραγάπουν. […]Άντεταξα όλας μου τας δυνάμεις, αγωνίσθηκα με σθένος και υπέρ άνθρωπον. Εκομματιάσθη η καρδία μου. Υπέφερα πολύ. νύκτες ολόκληρες άγρυπνη με δάκρυα ατελείωτα και ένας βουβός πόνος ήτο η συντροφιά μου».

Στις δύσκολες αυτές στιγμές της ζωής της. η νεαρή τότε Ελένη, έβρισκε μοναδικό καταφύγιο τις κρυφές συναντήσεις και τη μυστική αλληλογραφία που διατηρούσε με τον πνευματικό της Γέροντα Μακάριο Σταυροβουνιώτη ο οποίος διέπρεψε ανάμεσα στους πατέρες της Μονής του για την πλούσια πνευματική του δράση. Γράφει γι΄ αυτόν χαρακτηριστικά η Γερόντισσα Χαριθέα: «[…] ο ευλογημένος μου έδωσε τόσον θάρρος και ελπίδα με τα γραφόμενά του […] Υπήρξε για μένα πνευματικός μου πατέρας, στήριγμα και παρηγοριά σ΄ όλην την επίγειόν του ζωήν και σ΄ εκείνον χρεωστώ όλην την πνευματικήν μου υπόστασιν και ουδέποτε θα τον λησμονήσω…».

Ταυτόχρονα, η ίδια έδινε όλο τον εαυτό της σε θερμή προσευχή, ακόμη και την ώρα που εργαζόταν έξω στα χωράφια. Γράφει στο ημερολόγιο της: «Θεέ μου, και αν αυτό είναι το θέλημά σου και αν με προορίζεις διά μοναχήν, βεβαίωσόν με διά να προχωρήσω.

Επέρασε καιρός, και εγώ με την προσμονήν διά την απάντησιν του Θεού, επερνούσα τον καιρόν μου προσευχομένη και περιμένουσα το πλήρωμα του χρόνου».

Η θεία κλήση για το μοναχικό βίο

Και πράγματι η απάντηση του Θεού ήρθε και η έλλειψη της ανθρώπινης παρηγοριάς καλύφθηκε με την επέμβαση της θείας παρηγοριάς. Η ίδια η μακαριστή Γερόντισσα περιγράφει το θαυμαστό αυτό γεγονός στο προσωπικό της ημερολόγιο: Ποτέ δε θα ξεχάσω το άγιόν Του κάλεσμα.

Όταν αναπολώ εις την μνήμην μου την ημέραν εκείνην… με διατρέχουν ρίγη θείας συγκινήσεως και μένω εκστατική μπροστά στο θείο μεγαλείο που άντίκρυσα και έγινα μέτοχος εγώ, ανάξιον πλάσμα και τόσον μικρόν…

Ήταν μια Κυριακή του Αύγουστου του 1938. Ανέβηκα στο ανώγι διά να αναπαυθώ και σωματικώς και να τακτοποιήσω τους λογισμούς μου που ήτο τόσον ταραγμένοι και αλληλοσυγκρουόμενοι […] Όσον και αν προσπαθούσα, μου ήτο αδύνατο να τακτοποιήσω έστω και επ΄ ελάχιστον το ταραγμένο μου πνεύμα. Ξέσπασα σε κλάματα ατελείωτα και μετά σε κατανυκτικήν προσευχήν… Ηρέμησε το πνεύμα μου και κάτι σαν ύπνος με κατέλαβε. Μου έφάνη πως άκουσα σαν βοήν ανέμου, σαν να εσείετο καλαμώνας και ετράβηξε την προσοχήν μου προς το μέρος που ακούετο η βοή. Πράγματι ήτο άνεμος στην αρχή και ενώ έβλεπα προς τα εκεί ξανοίχθηκε μπροστά μου ένα μεγαλοπρεπές θέαμα. Εφάνη μαζί με τον άνεμο ένας άνθρωπος ντυμένος ιερατικά, νέος και ωραίος, ασπροντυμένος με γαλανούς σταυρούς επάνω στο φελόνιον. Δεν πατούσε στη γη. Ήρχετο προς το μέρος μου σαν να πετούσε, σαν να γλυστρούσε. Τα μαλλιά του και τα γένεια του τα ξανέμιζεν ο αέρας και το πρόσωπον του ήτον χαροποιόν. Έφθασε κοντά μου και με επροσπέρασε ένα βήμα και ύψωσε έναν μεγάλον σταυρόν και μου είπε συνάμα: «Έρχου οπίσω μου». Επροχώρησε με τον άνεμο κσι ακούστηκε ψαλμωδία από μυριάδες φωνές και έπαυσε πλέον δι΄ εμέ η οπτασία εκείνη. Εξύπνησα και μονομιάς ευρέθηκα γονατιστή. Ξέσπασα σε λυγμούς. ..Εφώναζα, «έρχομαι Κύριε, έρχομαι» και έκλαια… Από την ημέραν έκείνην μία ήτο η σκέψις μου, πως θα κατορθώσω να απαλλακτώ τον κόσμον και να βρεθώ μόνη μου μέσα σε ένα κελλί με τέσσερις τοίχους, να απολαύσω τον Θεόν μου».

Πανοραμική άποψη, αεροφωγραφία, της Ιεράς Μονής Αγίου Ηρακλειδίου η οποία βρίσκεται κοντά στο χωριό Πολιτικό της Επαρχίας Λευκωσίας.

Η Γερόντισσα «ενδεδυμένη τα όπλα του Χριστού»

Από τότε. όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μακαριστή Γερόντισσα, τάχθηκε υπό τη σημαία του σταυρού και πήρε την οριστική απόφαση να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Τακτοποίησε όλες τις υποθέσεις, βοήθησε στην αποκατάσταση των αδελφών της. κέρδισε κάπως τη μεταβολή των γονιών της και έτσι το 1945 εγκατέλειψε τα του κόσμου και πήγε στο ιδιόρυθμο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Καϊμακλί, αφού τότε δε λειτουργούσε κανένα γυναικείο κοινόβιο μοναστήρι στη Κύπρο.

Το 1949 στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. αξιώθηκε του μεγάλου και αγγελικού σχήματος και πήρε το όνομα Χαριθέα. Τα γραφόμενα στο ημερολόγιό της γι΄ αυτή τη μέρα, όπως και ολόκληρη η βιοτή της, φανερώνουν το ανδρείο και αγωνιστικό φρόνημά της και ξεχώριζε πάντα στο χαρακτήρα της. Γράφει σχετικά: «Τώρα πλέον ως στρατιώτης Χριστού, ενδεδυμένη τα όπλα του Χριστού, κατέρχομαι στο στάδιον του αγώνος αποφασισμένη να αποθάνω εις τον αγώνα, παρά να ενδώσω εις τας υποβολάς του εχθρού από τον οποίον καθώς ήκουσα εις την χειροτονίαν μου δεν θα εύρω άνεσιν».

Γεμάτη πνευματικό ενθουσιασμό όπως αναφέρει, έστηνε πύργους με τη φαντασία της και έβλεπε τα μακρά κοντά και τας τραχείας οδούς λείας. Πολυ σύντομα όμως διαπίστωσε ότι η πνευματική κατάσταση στο μοναστήρι δεν την ευχαριστούσε ένεκεν

της ιδιορρυθμίας και της έλλειψης διοικήσεως, γι΄ αυτό η προσευχή της και ο διακαής πόθος της ήταν να φύγει απ΄ εκεί και να αξιωθεί να ζήσει σ΄ ένα κοινόβιο, όπως πάντα ονειρευόταν.

Συνεχίζεται…

Πηγή: Προδρόμης Μονάχης, Καθηγουμένης, Ιεράς Μονής Αγίου Άγιου Ηρακλειδίου, Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΧΑΡΙΘΕΑ, Μια καρδιά ανοικτή για κάθε «Χριστό», 10ο τεύχος Περιοδικό Πεμπτουσία, σελ. 96-100, Δεκέμβριος 2002 – Μάρτιος 2003