Θεολογία και ΖωήΟρθόδοξη πίστη

Η εκούσια αφασία του ανθρώπου.

21 Απριλίου 2010

 Η οκνηρία.

Η κίνηση είναι βασικό στοιχείο της φύσεως του ανθρώπου.Είναι υπαρξιακή του λειτουργία. Κίνηση= ζωή. Ακινησία= θάνατος.

Γι’ αυτό το λόγο η εργασία, βάζοντας σε κίνηση το πνεύμα και το σώμα του ανθρώπου, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου γι’ αυτόν.

Η εργασία και η δημιουργία είναι η υγιής κατάσταση του ανθρώπου. Κατά την Αγ. Γραφή, όταν ο Θεός έπλασε τον πρώτο άνθρωπο «τον έβαλε στον παράδεισο της τρυφής, να εργάζεται σε αυτόν και να τον φυλάσσει ».

Μετά την πτώση όμως η ανθρώπινη φύση, επειδή ασθένησε, ρέπει προς την αδράνεια και την οκνηρία. Έτσι, χωρίς κίνηση προς τα εμπρός και προς τ’ απάνω, η ζωή του ανθρώπου μεταβάλλεται σε τέλμα.

Η οκνηρία δεν είναι μόνο σωματικό αρρωστημένο σύμπτωμα. Είναι και ψυχικό. Είναι μια καθολική ασθένεια που ακινητοποιεί όλες τις διανοητικές, ψυχικές και σωματικές δυνάμεις του ανθρώπου. Είναι η εκούσια αφασία της υπάρξεώς του.

Ανάγλυφη εικόνα της δραματικής αυτής καταστάσεως, μας παρέχει ο λόγος του Θεού, μιλώντας για τον τύπο του οκνηρού στο βιβλίο των Παροιμιών. Εκεί, κατά ένα τρόπο καταπληκτικό, έχουμε την πλήρη ψυχογράφησή του. Σύμφωνα με αυτή ο οκνηρός είναι άσπονδος εχθρός του κόπου, της προσπάθειας και του αγώνα. Η εργασία τον τρομάζει και τον καταβάλλει: «Οκνηρούς καταβάλλει φόβος» λέγει η Γραφή. Η θέση των χεριών του είναι μονίμως στις… τσέπες! Τα χέρια, αυτά τα θαυμάσια εργαλεία της ζωής μας, και τα πόδια, αυτοί οι δύο φυσικοί μας τροχοί, είναι γι’ αυτόν βάρη ασήκωτα! Προκειμένου να αποφύγει την εργασία, προφασίζεται προφάσεις γελοίες· το επισημαίνει αυτό η θεία Γραφή: «Αν βγω έξω στο δρόμο κινδυνεύω γιατί είναι ένα λιοντάρι και στις πλατείες ενεδρεύουν δολοφόνοι».

Επίσης, ο οκνηρός και το κρεβάτι είναι δύο πολύ καλοί φίλοι, που δεν θέλει ο ένας να αποχωριστεί το άλλο. Ευφυέστατη είναι και εδώ η παρομοίωση των «Παροιμιών»: «όπως η πόρτα στρέφεται γύρω από τους στρόφιγγές της και δεν μετακινείται από τόπο σε τόπο, έτσι και ο τεμπέλης στριφογυρίζει πάνω στο κρεβάτι του και δεν πηγαίνει να δουλέψει».

Η οκνηρία είναι σύζυγος του ύπνου και μητέρα της πείνας, κατά τον Αγ. Γρηγόριο το Θεολόγο. Νεκρώνει ό,τι καλό διαθέτει ο άνθρωπος, αχρηστεύοντας πολλές φορές  σπουδαία και μεγάλα του χαρίσματα. Πράγματι, πόσοι άνθρωποι και μάλιστα νέοι, ενώ θα μπορούσαν να αναδειχτούν αξίες μέσα στη κοινωνία, εξαιτίας της ραθυμίας και αδιαφορίας τους δεν κατάντησαν παρίες της κοινωνίας;

Η οκνηρία μαζί με την αργία είναι «μητέρες κάθε κακίας». Γεμίζουν τη ψυχή με κακές και πονηρές επιθυμίες, που οδηγούν τελικά στη διάπραξη εγκλημάτων, κλοπών, ληστειών, καταχρήσεων ή και στον «καιάδα των ναρκωτικών». Η ψυχή του ράθυμου μοιάζει με λιμνάζοντα νερά και με σκουριασμένη μηχανή. Το γεγονός αυτό προκαλεί σε πολλούς την απογοήτευση και την απώλεια του νοήματος της ζωής, με κατάληξη μερικές φορές την αυτοκτονία! Επιγραμματικά είναι και πάλι τα θεία λόγια: «Ο οκνηρός αδελφός είναι όμοιος με εκείνον που σκοτώνει τον εαυτό του».

Η οκνηρία επίσης προκαλεί πόρωση στη ψυχή και τροφοδοτεί την αναισχυντία, η οποία, κατά τον Αγ. Ιωάννη της Κλίμακος, είναι «χρόνια ασθένεια και απονεκρωμένη αίσθηση». Γι’ αυτό, όπως τονίζεται πάλι στο θείο κείμενο, «ονειδιζόμενος οκνηρός ουκ αισχύνεται». Δεν του προκαλούν ντροπή οι έλεγχοι των ανθρώπων, αλλά και της συνειδήσεως του οι τύψεις! Ο Θεός, για να θε­ραπεύσει τον άνθρωπο από την ασθένεια της οκνηρίας και να τον προφυλάξει από τα δολερά δίχτυα της, τον παραπέμπει με το λόγο Του στο «πειραματικό» σχολείο της φύσεως, «μας κάνει των μυρμηγκιών μαθητές» (Ι.Χρυσόστομος), αλλά και μας παραπέμπει και στην εργατικότητα της μέλισσας. Κλασσικά αλλά και συγκλονιστικά τα δύο αυτά παραδείγματα από το κόσμο των εντόμων! Όσο μικροσκοπικά και ασήμαντα φαίνονται, τόσο μεγάλα μηνύματα εκπέμπουν στο λογικό άνθρωπο!

Κατηγορηματικός και απόλυτος είναι και ο «σκηνοποιός» Απ. Παύλος με τον αθάνατο λόγο του: «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω» (Β’ Θεσ. 3, 10). Και είχε κάθε δικαίωμα να το λέει αυτό, γιατί και αυτός εργαζόταν σκληρά, ώστε κάποτε, δείχνοντας στους πρεσβυτέρους της Εφέσου τα ροζιασμένα χέρια του, έλεγε: «ξέρετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνοδών μου δούλεψαν αυτά εδώ τα χέρια» (Πράξ. 20, 34). Με την ίδια έμφαση και οι θεοφόροι Πατέρες, τονίζουν την μεγάλη αξία του σωματικού κόπου, όχι μόνον για λόγους βιοποριστικούς  αλλά και σαν τρόπο για να κατευνάζονται  τα πάθη και να εξασκούνται οι αρετές. Γιατί -όπως τονίσθηκε και πιο πάνω- η οκνηρία προσβάλλει και το πνεύμα και τη ψυχή του ανθρώπου. Την κατάσταση αυτή οι Άγιοι Πατέρες την ονομάζουν ακηδία. Η ακηδία είναι: «παράλυση της ψυχής -κατά τον Αγ. Ίω. τον Σιναΐτη- έκλυση του νου, οκνηρία και αδιαφορία για την άσκηση και τον πνευματικόν αγώνα». Όπως λοιπόν από τη σωματική οκνηρία «πολλοί πλούσιοι πτώχευσαν και πείνασαν», έτσι και εξαιτίας της πνευματικής οκνηρίας πολλοί σκόρπισαν όλο το πλούτο της ψυχής βάζοντας σε κίνδυνο και αυτή τη σωτηρία τους.

Αυτή την αλήθεια τόνιζε συχνά και ο μακαριστός π. Πορφύριος και έλεγε: «άμα βλέπετε νωθρότητα, ο άνθρωπος δεν είναι καλά στη ψυχή. Οι νωθροί, οι οκνηροί και οι τεμπέληδες δεν είναι εντάξει απέναντι του Θεού. Η νωθρότητα είναι αρρώστια, είναι αμαρτία. Ο Θεός δεν μας θέλει νωθρούς».

Χρέος λοιπόν του κάθε χριστιανού είναι να αγωνίζεται αδιάκοπα κατά της δίδυμης αυτής οκνηρίας (πνευματικής και σωματικής),κατά τη  θεόπνευστη παραγγελία του Παύλου: «μην είστε οκνηροί σε ό,τι πρέπει να δείχνετε ζήλο, να έχετε πνευματικό ενθουσιασμό, να υπηρετείτε τον Κύριο». (Ρωμ. 12,11).

( Αρχ. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη, Ο Χριστιανός στο 21 αιώνα)