Θεολογία και Ζωή

Πάνω από 20.000 ψάχνουν καθημερινά για το κατάλυμα της μιας νύχτας

4 Νοεμβρίου 2010

Πάνω από 20.000 ψάχνουν καθημερινά για το κατάλυμα της μιας νύχτας

Των ΛΙΑΝΑΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΑΤΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ

Πήγε τρέχοντας και το άρπαξε, ουρλιάζοντας από τη χαρά του.

Η κούτα από χοντρό χαρτόνι ήταν ό,τι καλύτερο του είχε συμβεί το τελευταίο εξάμηνο. Τώρα μπορεί να βγάλει το χειμώνα κουλουριασμένος στο υπήνεμο στενάκι της πρωτεύουσας. Σίγουρα είναι πολύ πιο τυχερός από τον άλλο άστεγο που προχθές παραλίγο να γίνει κομμάτια ψάχνοντας για τον ίδιο «θησαυρό» στον μεγάλο πράσινο κάδο.

Η εικόνα γνώριμη σε όσους περπατούν στα πεζοδρόμια των πόλεων. Η πολιτεία όμως έχει στρέψει το βλέμμα της αλλού. Το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν ξέρει πόσοι είναι οι άστεγοι, αλλά δεν έχει φροντίσει να τους καλύψει κοινωνικά και νομικά. Το υπουργείο Υγείας υποστηρίζει ότι πέρσι ανέρχονταν σε 7.720 (5.300 στην Αθήνα), το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο τους ανεβάζει στους 17.000 σε όλη τη χώρα, ενώ οι ΜΚΟ κάνουν λόγο για περισσότερους από 20.000 άστεγους. Ολα αυτά χωρίς να υπολογίζονται οι αλλοδαποί και οι Ρομά.

Η Ευρωπαϊκή Τυπολογία κατατάσσει τους άστεγους σε τέσσερις κατηγορίες: άνθρωποι που ζουν στους δρόμους, άνθρωποι που διαμένουν προσωρινά σε ξενώνες, πολίτες που ζουν σε επισφαλείς συνθήκες στέγασης και πολίτες που διαβιούν σε ακατάλληλα καταλύματα.

Το τραγικότερο όλων όμως είναι ότι οι άστεγοι βουλιάζουν καθημερινά σε ένα νομικό κενό που τους εμποδίζει να λάβουν οποιοδήποτε επίδομα ή τους προτρέπει (εάν έχουν τον τρόπο) να παρανομήσουν. Νομικός όρος ή χαρακτηρισμός για τους άστεγους δεν υπάρχει. Ετσι, για να δικαιούται κάποιος επίδομα πρόνοιας ως άστεγος, πρέπει να προσκομίσει στις αρμόδιες υπηρεσίες γνωμάτευση στην οποία να πιστοποιείται ότι είναι 67% ψυχικά ή σωματικά ανάπηρος. Ελάχιστοι, λοιπόν, παίρνουν το επίδομα και οι περισσότεροι δεν καταγράφονται, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που, ξέροντας τα «κόλπα», το παίρνουν χωρίς να το δικαιούνται.

Πίσω από τους αριθμούς, η πραγματικότητα διαγράφεται ζοφερή. Οπως επισημαίνει η Αντα Αλαμάνου, συντονίστρια του προγράμματος στήριξης αστέγων της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Κλίμακα», οι άστεγοι αυξάνονται διαρκώς, όχι μόνο στην Αθήνα ή στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και σε μικρότερες πόλεις, γεγονός που εντείνει φαινόμενα βίας στους κόλπους των ίδιων των άστεγων: η «πληρότητα» στα ξενοδοχεία αστέγων (οι τρεις «ξενώνες» της κοινωνικής υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων φροντίζουν 240 άτομα) και οι λιγοστές «καβάτζες» δεν αρκούν για να βρουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι προσωρινό κατάλυμα για να βγάλουν έστω μια νύχτα. Τα επεισόδια και οι τραυματισμοί για μια ζεστή γωνιά είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο.

«Υπάρχει μία λανθασμένη κατά τη γνώμη μου θεώρηση που αντιλαμβάνεται την έλλειψη στέγης ως ένα επιμέρους ζήτημα και θεωρεί άστεγο εκείνον που δεν έχει κανενός είδους κατάλυμα. Αυτή, όμως, είναι μια οπτική που περιορίζει κατά πολύ τον πληθυσμό που αντιμετωπίζει πρόβλημα», εξηγεί η Αντα Αλαμάνου. «Υπάρχουν και αφανείς μορφές έλλειψης στέγης: οι άνθρωποι που φιλοξενούνται σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια, σε ξενώνες, οι αλλοδαποί που πληρώνουν “ζεματιστά” ενοίκια για να ζουν στο ίδιο δωμάτιο με άλλους δέκα, εκείνοι που βρίσκονται στη φυλακή, όσοι ζουν σε εγκαταλελειμμένες αποθήκες, στα αυτοκίνητα…».

Σύμφωνα με την κ. Αλαμάνου, η πολιτεία απλώς αδιαφορεί για όλα αυτά. «Δεν έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα μοντέλο παρέμβασης που θα εκτείνεται από την πρόληψη του φαινομένου μέχρι την αποκατάσταση, παρά εμμένει σε “φιλανθρωπικές” δράσεις τύπου “ξενώνες” ή συσσίτια, οι οποίες απλά ανακουφίζουν τον πόνο και δεν λύνουν το πρόβλημα».

Στην κατάσταση αυτή είχε αναφερθεί τον περασμένο Μάιο και ο ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων Μιχάλης Τρεμόπουλος, σε ερώτησή του προς την Κομισιόν. Στο κείμενο της ερώτησης επισημαίνονταν οι αδυναμίες του ελληνικού θεσμικού πλαισίου που δεν θεωρεί τους άστεγους ιδιαίτερα ευαίσθητη κοινωνική ομάδα ούτε προβλέπει επίσημο και αξιόπιστο σύστημα καταγραφής τους. «Η κρίση κάνει το ελληνικό έλλειμμα πολιτικής για τους άστεγους ακόμη πιο απαράδεκτο. Το πρόβλημα στέγης στη χώρα μας αφορά πολύ περισσότερους από αυτούς που βλέπουμε να κοιμούνται στους δρόμους και τις πλατείες. Αγγίζει χιλιάδες πολίτες, ιδιαίτερα νέους, που σε συνθήκες κρίσης δυσκολεύονται να διατηρήσουν ή να νοικιάσουν μια ανθρώπινη στέγη».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2/11/2010