Γενικά ΘέματαΘεολογία και ΖωήΟρθόδοξη πίστη

Η Αγάπη και η πίστη

15 Οκτωβρίου 2012

Η Αγάπη και η πίστη

«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν».

(Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο, για να ομολογήσουμε με ομόνοια.)

Δύο είναι τα πρώτα γνωρίσματα του χριστιανού· η αγάπη και η πίστη. Με αυτή τη διπλή σφραγίδα στην ταυτότητά του ο πιστός μπορεί να έχει θέση στο δείπνο του Κυρίου, που είναι η θεία Ευχαριστία. Η αγάπη και η πίστη είναι το ένδυμα του γάμου για το οποίο λέει ο Κύριος στην παραβολή του Ευαγγελίου· θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος· Τί τάχα είναι πρώτα, η αγάπη ή η πίστη; Μα τέτοια ερωτήματα δεν έχουν θέση στην Εκκλησία. Η πίστη είναι η ρίζα της αγάπης και η αγάπη είναι ο καρπός της πίστεως. Ούτε χωρίς πίστη μπορείς να πεις πως είσαι χριστιανός, μα ούτε πάλι χωρίς αγάπη. Αν όμως σ’ αυτά τα δύο μπορούμε να δώσουμε μια σειρά, φαίνεται λοιπόν πως προτεραιότητα έχει η αγάπη, σύμφωνα και με το λόγο του Αποστόλου, ότι από τις τρεις ευαγγελικές αρετές, την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη, μεγαλύτερη είναι η αγάπη· «μείζων τούτων η αγάπη». Ας μιλήσουμε λοιπόν σήμερα για την αγάπη και την πίστη των χριστιανών στη θεία Λειτουργία,

*

Η εκφώνηση της ευχής της προσκομιδής κλείνει, όπως κάθε εκφώνηση, με το «Αμήν», που αποκρίνεται ο λαός. Αυτό θα πει πως δεν μπορεί να γίνει θεία Λειτουργία, αν μέσα στο ναό μαζί με τον ιερέα δεν είναι ένας έστω πιστός, για να αποκρίνεται το «Αμήν». Αμέσως έπειτα ο λειτουργός ιερέας δίνει την ειρήνη στο λαό· «Ειρήνη πάσι», ειρήνη σε όλους. Κάθε μεγάλη στιγμή προετοιμαζόμαστε να την δεχθούμε με την ειρήνη του Θεού μεταξύ μας, καθώς πιό πρώτα είδαμε και στην ανάγνωση του Ευαγγελίου. Τώρα, που πρόκειται να δώσουμε την ομολογία της πίστεώς μας, πάλι μας χρειάζεται ειρήνη· όχι μόνο στο λαό, αλλά και στον ιερέα. Γι’ αυτό ό λαός αποκρίνεται· «Και τω πνεύματί σου». Από τις ιερώτερες στιγμές της θείας Λειτουργίας είναι κι αυτή, που ο λειτουργός ιερέας και οι πιστοί «συναγωνίζονται εν ταις προσευχαίς». Ο ιερέας «ειρηνεύει» το λαό κι ο λαός εύχεται ειρήνη στον ιερέα.

Πιο συγκεκριμένα και με τρόπο πιο αισθητό πρέπει να δείξουμε τώρα την ειρηνευμένη κατάσταση της ψυχής μας· με μια πράξη, που είναι ο ασπασμός, το άγιο φίλημα της αγάπης· γι’ αυτό ο λειτουργός προτρέπει μεγαλόφωνα· «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»· ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, για να ομολογήσουμε με ομόνοια. Η ίδια προτροπή του λειτουργού, στον αρχαιότερο τύπο της θείας Λειτουργίας ακούεται με αυτά τα λόγια, που είναι του αποστόλου Παύλου από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω», φιληθείτε μεταξύ σας με άγιο φίλημα. Ο ασπασμός αυτός τώρα γίνεται μόνο μεταξύ των λειτουργών ιερέων, στην αρχαία όμως εποχή με τον ίδιο τρόπο έδιναν φίλημα αγάπης μεταξύ τους και οι πιστοί, χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι ο θειος αυτός ασπασμός φανερώνει «την πάντων προς πάντας και προς εαυ­τόν εκάστου πρότερον και τον Θεόν ομονοίας τε και ομογνωμοσύνης και αγάπης ταυτότητα»· ότι όλοι δηλαδή και πρώτα ο καθένας με το Θεό είναι δεμένοι μεταξύ τους με την αγάπη και την ομόνοια και με την ίδια γνώμη.

Ο ασπασμός της θείας Λειτουργίας γίνεται σύμφωνα με την εντολή του Ιησού Χριστού στην «επί του Όρους» ομιλία, «Εάν πρόσφερες το δώρον σου επί το θυσιαστήριον και εκεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον και ύπαγε πρώτον και διαλλάγηθι τω άδελφώ σου· και τότε προσελθών πρόσφερε το δώρον σου». Για να προσφέρουμε δώρα στο Θεό για τη θεία Λειτουργία, για να έχουμε θέση στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας και για να μπορούμε να πλησιάσουμε στο ποτήριο της θείας Κοινωνίας, είναι ανάγκη να είμαστε συμφιλιωμένοι πρώτα με το Θεό κι υστέρα με όλους τους ανθρώπους. «Ουκούν το φίλημα διαλλαγή έστι», κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «και διά τούτο άγιον»· το φίλημα, που γίνεται στη θεία Λειτουργία, είναι σημείο πως μεταξύ μας δεν υπάρχει και δεν μας χωρίζει καμμιά έχθρα και διαφορά, γι’ αυτό και δεν είναι όπως τα συνηθισμένα φιλήματα, άλλα φίλημα άγιο.

*

Όταν από τους ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα γίνεται ο ασπασμός της αγάπης, ο  χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν» και ψάλλει· «Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον» Αυτή είναι μια σύντομη και επιγραμματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως. Αλλά όταν γίνεται συλλείτουργο, και μάλιστα όταν λειτουργεί επίσκοπος, τότε ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «αγαπήσωμεν αλλήλους» και ψάλλει· «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου· Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου». Είναι ο πρώτος στίχος του δεκαεπτά ψαλμού, που με δικά μας απλά λόγια θέλει να πει· «Εσένα, Κύριε, αγαπώ και συ είσαι η δύναμή μου· εσύ με στηρίζεις, και στη δύσκολη την ώρα σε σένα καταφεύγω και συ με γλυτώνεις». Η μία απόκριση των ψαλτών είναι ομολογία πίστεως και η άλλη ομολογία αγάπης.

Αλλά μετά την γενική αυτή ομολογία θα ακολουθήσει τώρα το ιερό «Σύμβολο της πίστεως». Ο λειτουργός εκφωνεί «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμενί». Και ακολουθεί, καθώς πάλι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει, «η του θείου συμβόλου της πίστεως γινομένη παρά πάντων ομολογία». Μετά την βεβαίωση της αγάπης η ομολογία της πίστεως· γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως πιστεύουμε στο Θεό, αν δεν έχουμε αγάπη μεταξύ μας· γιατί πιστεύω στο Θεό θα πει αγαπώ το Θεό. Μα πώς μπορείς να πεις πως αγαπάς το Θεό που δεν τον βλέπεις, όταν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, που κάθε μέρα είναι μπροστά σου; Το «Σύμβολο της πίστεως» ή το «Πρόγραμμα της πίστεως» είναι, καθώς ψάλλει η Εκκλησία, το «βραχύ ρήματι και πολλή συνέσει υπερφυέστατον χρησμολόγημα» των άγιων Πατέρων στις δύο πρώτες οικουμενικές Συνόδους. Πιο απλά θα μπορούσαμε να πούμε πως το Σύμβολο της πίστεως, δηλαδή το «Πιστεύω…», είναι μια ευσύνοπτη ανακεφαλαίωση του περιεχομένου της πίστεως της Εκκλησίας.

Δεν είναι τρόπος να παραθέσουμε εδώ το ιερό κείμενο του Συμβόλου, και πολύ περισσότερο να το εξηγήσουμε. Θα σταθούμε μόνο στο λόγο του αγίου Μαξίμου, ότι δηλαδή η ομολογία του Συμβόλου της πίστεως στη θεία Λειτουργία γίνεται «παρά πάντων», καθώς και σε μια άλλη μαρτυρία, που μας πληροφορεί ότι «πάντες το Σύμβολον ψάλλουσι». Το «Πιστεύω…» πρέπει να λέγεται απ’ όλους σε μια μονόφωνη εμμελή απαγγελία. Όχι από κάποιο παιδί ή από όποιον τύχει, αλλά από όλους σε κάποιον τόνο και ρυθμό. Φτάνει να πούμε ότι στις Λειτουργίες των μεγάλων μουσικών της Δύσης το «Πιστεύω..,» είναι από τα σπουδαιότερα μέρη. Αλλά και το παράγγελμα του λειτουργού μάς δίνει να εννοήσουμε τη σπουδαιότητα που έχει για την ιερή σύναξη η ανάγνωση του Συμβόλου· «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμεν!», που θέλει να πει· «Φυλάγετε καλά τις θύρες! Ας βάλουμε νου κι ας προσέξουμε καλά.

*

Πριν από τη μυστική και αναίμακτη θυσία στη θεία Λειτουργία ακούεται η προτροπή για αγάπη και για ομολογία της πίστεως. Δεν πρόκειται για ένα ανθρώπινο αίσθημα αγάπης, για μια φυσική σχέση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά για την αγάπη, που είναι θεία δύναμη και καρπός του Αγίου Πνεύματος· για την αγάπη του Θεού, που καθώς γράφει ο Απόστολος, «εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών…», χύνεται και πλημμυράει στις καρδιές μας. Αυτή η αγάπη, σαν μια θεία πραγματικότητα, είναι, δυνατή μόνο «εν Χριστώ», μέσα στην πίστη και τη χάρη του Χριστού, που τον ανακαλύπτουμε και τον βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε αδελφού. Και δεν πρόκειται για μια πίστη αόριστη και απρόσωπη, αλλά συγκεκριμένη και προσωπική, καθώς διατυπώνεται στα δώδεκα άρθρα του ιερού Συμβόλου, και είναι η πίστη στην Αγία Τριάδα και στην Εκκλησία· «…εις ένα Θεόν Πατέρα…και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν… και εις το Πνεύμα το Άγιον» και τέλος «εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Στην ομολογία της Αγίας Τριάδος η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωμα της αλη­θείας» και σ’ αυτή την ομολογία βρίσκει την ενότητά της, που είναι η ενότητα των τριών προσώπων της ομοουσίου Αγίας Τριάδος. Η ενότητα αυτή πραγματώνεται στην ευχαριστιακή μυσταγωγία, στην οποία συμμετέχομε μόνο με αγάπη και πίστη· «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομο­νοία, ομολογήσωμεν» Αμήν.

Η Αγία Αναφορά

Μόλις τελειώσει το «Πιστεύω…» ο λειτουρ­γός λέει δυνατά, και η φωνή του μέσα στη σύναξη ακούεται σαν στρατιωτικό παράγγελμα· «Στώμεν καλώς· στώμεν μετά φόβου· πρόσχωμεν!». Το παράγγελμα αφορά στα παρακάτω, στα οποία προχωρεί η ιεροτελεστία. Αλλ’ όμως ο Καβάσιλας το συνδέει με τα προηγούμενα, κι ας ακούσουμε πως το εννοεί και το ερμηνεύει. «Ας σταθούμε, λέει, επάνω σ’ αυτή την ομολογία κι ας μην κλονιζόμαστε από τα παραπλανητικά λόγια των αιρετικών. Ας σταθούμε με φόβο, για­τί είναι μεγάλος κίνδυνος για εκείνους που θα δε­χθούν στην ψυχή τους κάποια αμφιβολία γι’ αυτή την πίστη». Πόσο δίκιο έχει ο Θεσσαλονικιός ερ­μηνευτής το βλέπουμε και στον καιρό μας, όπου πολλοί ενοχλούνται τάχα από το δόγμα της Εκ­κλησίας και πιστεύουν σε χονδρές πλάνες, στις πιθανολογίες δηλαδή των εχθρών της πίστεως και της θεόγραφης αλήθειας της Εκκλησίας.

Αλλά το παράγγελμα, καθώς είπαμε, μάλ­λον αφορά στα επόμενα, στον τρόπο και την εσω­τερική καί ψυχική μας κατάσταση, με την οποία ερχόμαστε να τελέσουμε την αγία αναφορά, να προσφέρουμε δηλαδή την αναίμακτη και πνευματική θυσία. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει εδώ τα εξής· «Το να σταθεί κανείς καλά δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά να σταθεί καθώς πρέπει σαν άνθρωπος μπροστά στο Θεό με φόβο και τρόμο, με ψυχή προσεκτική και όλοπρόθυμη». Πριν από κάθε μεγάλη στιγμή, ο λειτουργός φωνάζει πάντα «Πρόσχωμεν!». Το ίδιο, όταν πρόκειται να ακου­σθεί ο λόγος του Θεού στον Απόστολο και στο Ευαγγέλιο· το ίδιο καί τώρα, όταν ήλθε η ώρα της μεγάλης και φρικτής θυσίας. Να προσέξουμε λοιπόν και τώρα, και να προσέξουμε όχι απλώς και αόριστα, αλλά «την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν»· η προσοχή μας συγκεντρωθεί σε τούτο το σημείο, στην ειρήνη μέσα μας και μεταξύ μας, με την οποία πρέπει να προσφέρουμε τη θυσία μας προς το Θεό.

Ποτέ δεν φτάνει ο λόγος ο δικός μας, γι’ αυ­τό και τώρα δανειζόμαστε τον ασύγκριτο λόγο του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου· «Προσ­έρχεσαι, λέει σε φρικτή και αγία θυσία. Να σεβασθείς την υπόθεση αυτής της προσφοράς. Επάνω στην αγία Τράπεζα είναι σφαγμένος ο Χριστός. Και για ποιά αιτία και γιατί σφάχθηκε; Για να ειρηνοποιήσει τον ουρανό με τη γη, για να σε κάνει φίλο και με τους αγγέλους, για να σε συμφιλιωώσει με το Θεό». Και ολοκληρώνει το λόγο του ο άγιος Πατέρας της Εκκλησίας· «Για να έχεις την ειρήνην με τον αδελφόν σου».

Στην προτροπή αυτή του λειτουργού ο λαός απαντά, «Έλεον ειρήνης, θυσίαν αινέσεως». Ο ίδιος ο Ιησούς Χρίστος επιβεβαιώνει το λόγο του Προφήτη· «Ελεος θέλω και ου θυσίαν», που θα πει πως ο Θεός, αντί για άλλη θυσία, προτιμά και θέλει από τους ανθρώπους συμπάθεια και αγαπητική διάθεση μεταξύ τους. Αυτό λοιπόν και τώρα υπόσχεται και βεβαιώνει ο λαός, ότι δηλαδή σ’ εκείνον που είπε το «έλεος θέλω και ου θυσίαν» κι εμείς προσφέρομε ίλεος· στη θυσία δηλαδή που εκείνος πρόσφερε για μας κι εμείς προσερχόμαστε με ήμερη και μαλακή καρδιά, που είναι καρπός μέσα μας και μεταξύ μας της ειρήνης. Αυτή, αντί για κάθε άλλη θυσία, είναι η λογική και πνευ­ματική θυσία, θυσία ευχαριστίας και δοξολογίας στο Θεό. Ο Καβάσιλας πάλι εδώ ερμηνεύει· «αντί για κάθε άλλο δώρο και θυσία προσφέρουμε στο Θεό την ίδια την ειρήνη, την ειρηνική μέσα μας και μεταξύ μας».

Ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ως εξής ερμηνεύει το «Έλεον ειρήνης θυσίαν αινέσεως» τήην ειρήνη αυτή, που αποκρίνεται ο λαός, την βλέπει οχι μόνο σαν αγάπη και ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και σαν αχώριστη ένωση με τον ίδιο το Θεό. «Ειρήνη μας έδωσες, Κύριε, για να έχουμε μεταξύ μας ομόνοια, αλλά δος μας να εί­μαστε και μαζί σου ενωμένοι· έχοντας ειρήνη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, να είμαστε αχώ­ριστοι από την αγάπη σου». Δηλαδή κάθε φορά που ο λειτουργός λέει «Ειρήνη πάσι», και το λέει πολλές φορές στη θεία Λειτουργία, δίνει την ειρήνη όχι μόνο για να είναι μεταξύ τους μονια­σμένοι οι άνθρωποι, αλλά και με το Θεό. Πρώτα με το Θεό κι ύστερα μεταξύ τους. Γιατί, αν δεν ειρηνεύουμε με το Θεό, ούτε και μεταξύ μας μπο­ρούμε να έχουμε ειρήνη. Είναι μάταιο να προσ­παθούν οι άνθρωποι, αν λενε αλήθεια, να παγιώ­σουν στον κόσμο ειρήνη, χωρίς την ειρήνη του Θεού μέσα τους. Αυτός ο λόγος για την ειρήνη έγινε πια πολύ κοινός, ενώ είναι αλήθεια πως οι οικοδόμοι τάχα της ειρήνης δεν είναι συμφιλιω­μένοι με το Θεό, αλλά με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έχουν κηρύξει πόλεμο εναντίον του Θεού.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει στην κοινωνική διάσταση της ειρήνης, στη σημα­σία δηλαδή που έχει η θυσία του Ιησού Χριστού για την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων· η θυσία, που έγινε μια φορά και συνεχίζεται σε κάθε θεία Λειτουργία. «Αν λοιπόν η θυ­σία έγινε και γίνεται για να έχεις ειρήνη με τον αδελφό σου, αλλά εσύ δεν το κατορθώνεις αυτό, τότε άδικα μετέχεις στη θυσία. Γιατί για σένα εί­ναι χωρίς όφελος το μεγάλο εργο του Χριστού. Κάνε λοιπόν πρώτα εκείνο, για το οποίο ακριβώς προσφέρθηκε και προσφέρεται η θυσία και τότε θα την χαρείς καλά και σωστά».

(Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, +Διονυσίου, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 297-311)

Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com