Ορθόδοξη πίστη

Η Αννέτα και η συγνώμη

19 Απριλίου 2013

Η Αννέτα και η συγνώμη

ReconciliationStatueΌσο κι αν χτυπούσε ο ήλιος τα παραθυρόφυλλα η Αννέτα δεν σηκώνονταν για να του ανοίξει.

Τον άκουγε που γρατζουνούσε με τις αχτίδες του τα ερμητικά κλειστά παντζούρια, να βρει μια χαραμάδα, να τρυπώσει στο δωμάτιο. Άδικος κόπος όμως. Εκείνη είχε φροντίσει γι αυτό.

Αμπαρωμένη μέσα σε τούτο το δωμάτιο, μέρες τώρα, ζει και ανασαίνει από το φως της νύχτας που φωτίζει απαλά τον Εσταυρωμένο. Εκεί στα δεξιά της. Καρφωμένο στον τοίχο. Σαν τον Χριστό.
Λιγοστό το φως που βγαίνει από την μικρή λάμπα. Λιγοστό και το κουράγιο της για να σηκωθεί από το κρεβάτι.

Πάνε δυο μέρες τώρα που έχει να πάει στη δουλειά της. Οι συνάδελφοι ανησυχούν. Στέλνουν μηνύματα, της τηλεφωνούν.

Η Αννέτα έχει καταφέρει να χτίσει απόρθητο κάστρο γύρω της. Προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της. Δεν είναι εύκολο. Έγιναν τόσα πολλά. Πόσα ν αντέξει..
Η Αννέτα είναι η μεγαλύτερη κόρη του Σταύρου και της Σοφίας.

Οι γονείς είναι και οι δυο εκπαιδευτικοί. Εκείνη από μικρή μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον γεμάτο βιβλία, συζητήσεις, δεν ήθελε τίποτα άλλο από τη ζωή της παρά να γίνει δασκάλα. Οι γονείς της ήταν ό,τι πιο σημαντικό γι αυτήν.

Ο πατέρας της, ο Σταύρος, το στήριγμα του σπιτιού.

Έχει να θυμάται η Αννέτα τις ατέλειωτες συζητήσεις μαζί του τα βράδια που δεν μπορούσε να την πάρει εύκολα ο ύπνος. Την ταξίδευε σε μέρη μακρινά, εκεί που δεν φτάνει ο ανθρώπινος νους εύκολα, παρά μόνο αν έχει ικανό οδηγό. Ο πατέρας της τα μονοπάτια αυτά τα ήξερε καλά.

Οδηγούσε την κόρη του στον λαμπρό κόσμο των αρετών, της καλοσύνης, της τιμιότητας. Κι εκείνη δεν έχανε ευκαιρία να του λέει αγκαλιάζοντας τον σφιχτά πόσο πολύ τον αγαπά.

Η μάνα καμάρωνε παρακεί.
«Οι άνθρωποι γι αυτό πλαστήκαμε από το Θεό» της έλεγε « για να συνεχίσουμε τον έργο του, να φανερώνουμε κάθε μέρα την αγάπη μας, να είμαστε τίμιοι ο ένας προς τον άλλον, να κάνουμε αυτόν τον κόσμο παράδεισο»
«Ναι..» του έλεγε εκείνη
«Δεν υπάρχει πιο ιερό πράγμα από την αγάπη» συνέχιζε «η αγάπη είναι το θεμέλιο του σπιτικού μας. Η μάνα σου κι εγώ κι εσεί. Τίποτα άλλο δεν υπάρχει. Αυτή η θεική φωτιά που φωτίζει και ζεσταίνει τον κόσμο»
Ήξερε να μιλά καλά ο πατέρας. Δάσκαλος θα μου πείτε.
Ναι δάσκαλος που δίδασκε… όπως λένε…
Η Αννέτα δεν έγινε δασκάλα. Σπούδασε οικονομικά και διορίστηκε σε μια μεγάλη εταιρία.
Οσο και να το κάνεις όμως ο καημός της, η καρδιά της ήταν δοσμένη στην έδρα, στα παιδιά, στην τιμή και την υπόληψη της. Ήταν ο καθρέφτης του πατέρα και της μάνας.
«Εσύ πρέπει να είσαι η κόρη του Σπυρου έτσι;» την πλησίασε μια μέρα η νεαρή προσωπάρχης. «Του μοιάζεις τόσο πολύ!»
«Ναι!» ζωγράφισε ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη της η Αννέτα.
Ο πατέρας μου, σκέφτηκε, εμπνέει κόσμο.
Επειδή όμως μόνο στα παραμύθια οι ζουν οι αγνές βασιλοπούλες και τα πριγκιπόπουλα, η Αννέτα δεν άργησε να μάθει πως ο πατέρας είχε ανάγκη από πολλά προσωπεία για να νιώθει καλά με τον εαυτό του. Βέβαια δεν έδωσε εκείνη αυτή την ερμηνεία. Δεν μπόρεσε. Δεν είχε μάθει ότι στη ζωή της θα ερχόταν στιγμές για να αναμετρηθεί με τον εαυτό της.
«Αγαπιόμαστε» τόλμησε να της πει η κοπέλα και παραλίγο να λιποθυμήσει η Ανέτα. Θαρρούσε πως η αγάπη είναι η μάνα της και καμιά άλλη. Πίστευε ότι γίνεται να φυλακίσεις την αγάπη και να την κρατάς ζωντανή στη φυλακή δίχως τροφή και τραγούδι.
Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα. Τα έμαθε ο πατέρας. Κυματοθραυστης. Μη περάσουν τα κύματα στη μάνα. Στο σπίτι περνούσε κυκλώνας. Σαρωτικός. Δεν είχε φροντίσει κανείς να προετοιμάσει κανέναν, κι έτσι έπαιρνε στο διάβα του ό,τι δεν είχε ρίζες, ο,τι δεν κρατιόταν δυνατά.
Ο πατέρας έκανε προσπάθειες να μιλήσει στην Ανέτα, να της εξηγήσει, να της μιλήσει για την ψυχή του, για τον εαυτό του, για τα λάθη του, να της ζητήσει να τον συγχωρέσει.
Η κόρη ήταν άμαθη στη συγνώμη. Επεφταν γύρω της με ορμή όσες αξίες και αρετές είχαν πάνω τους την φωτογραφία του πατέρα. Οσο για τη μάνα… τι να πει για τη μάνα… το θύμα… μέσα στην άγνοια της κι αυτή, μέσα στην παραίτηση της, πετροβολούσε τον άνδρα της. Έτσι περνούσε μέσα στη καρδιά της Αννέτας, σαν ταινία θρίλερ.
Το δωμάτιο της ήταν η καταφυγή της. Κλείστηκε και δεν μιλούσε σε κανέναν.
Και να πεις ότι δεν της τηλεφωνούσε ο Γιώργος… συνέχεια… μα εκείνη απόκριση καμία.
Ο Γιώργος είχε αρχίσει να σχεδιάζει καράβια και να ανοίγει πανιά στη ζωή της Ανέτας. Γύρευε να την ταξιδέψει. Εκείνη είχε ετοιμαστεί να σαλπάρει. Μέχρι που ναυάγησε μέσα της η εικόνα τους πατέρα, δηλαδή η εικόνα της αλήθειας, της εμπιστοσύνης. Πώς να γλυτώσει ο Γιώργος απ αυτό το ναυάγιο… Από το μικροσκόπιο περνούσαν μια μια οι κουβέντες που της έταζε, οι ματιές που της έριχνε κι έβρισκε ψεγάδια, πολλά απ αυτά που την έκαναν να πει πως δίκιο είχε… δεν αξίζει κανένας… αφού ο πατέρας, τότε  κανένας.
«Ανθρωποι είμαστε Αννέτα μου!» της έλεγε και της ξανάλεγε κάθε φορά που την έβλεπε να περνά σαν τον αγέρα μέσα από το σπίτι δίχως να μιλά και να κοιτά κανέναν.
«Τι έχει το παιδί» ρωτούσε δακρυσμένη η μάνα.
Κάθε που άκουγε τούτη την κουβέντα εκείνη τρικυμία σηκώνονταν μέσα στη ψυχή της, γύρευε απεγνωσμένα να πνίξει μέσα της όσα της θύμιζαν πως δεν έχει τη δύναμη να μιλήσει, να συγχωρέσει, να χτίσει γέφυρες. Γιατί δεν το κάνει;
Το δωμάτιο ερμητικά κλειστό. Λένε για τα μάτια, όμως το δωμάτιο είναι χειρότερο.  Επειδή μέσα κει γυροφέρνουν πολλά μάτια, ανοιχτά, ολάνοιχτα, θεώρατα.
Μάτια που σε κοιτάνε ίσια στη ψυχή και σου δείχνουν τον αληθινά άρρωστο. Εσένα.
Η Αννέτα μέσα στην αρρώστια της είχε κρυφτεί, να μη βλέπει, να μην ακούει. Σα να την είχε ανάγκη, σα να μην μπορούσε να ξεφύγει από την γλυκιά θαλπωρή της κινούμενης άμμου που την κατάπινε αργά και βασανιστικά.
Να συγχωρέσει ήταν τον εαυτό της που τοσον καιρό δεν είναι ανακαλύψει τούτο το μοναδικό φάρμακο. Να δει πως κανένας δεν είναι τέλειος και πως όλοι έχουμε ανάγκη από μια ζεστή αγκαλιά. Μια που μοιάζει τόσο πολύ με τη δική μας, γι αυτό και νιώθουμε τόσο όμορφα μέσα της.

Η Αννέτα κοίταξε το παράθυρο. Ο ήλιος συνέχιζε να γρατζουνίζει τα παραθυρόφυλλα, σα το σκυλί στη πόρτα που θέλει απελπιστικά να βγει έξω. Κοίταξε τη πόρτα του δωματίου της. Σα να ήταν κάποιος απ έξω και περίμενε υπομονετικά. Εκλεισε τα μάτια της. Ηταν η ώρα για να πάρει μια από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής της.

Πηγή:dkaravasilis.gr