Βήματα πάλι ακούστηκαν, που πλησίαζαν προσεκτικά, φοβισμένα. Ο Μάγκας πετάχτηκε στα πόδια του - τ' αυτιά ορθωμένα. Ένα σιγανό σφύριγμα ακούστηκε, συνθηματικό, που ξύπνησε τον κοιμισμένο χωρικό. Όλοι είχαν πιάσει τα περίστροφά τους, έτοιμοι για μάχη. Μα σιγά σφύριξε και ο χωρικός και σίμωσε τους άλλους. - Δεν είναι εχθρός, τους είπε. Είναι ο Σταύρος, o οδηγός. Θα μας φέρνει ειδήσεις. Άναψε ένα φρύγανο και το σήκωσε ψηλά. Ήταν ακόμα σκοτεινά, δεν είχε χαράξει. Τα βήματα πλησίασαν γοργά και ο Σταύρος, o οδηγός, ανοίγοντας δρόμο μες στα πυκνά κλαριά, έφθασε κοντά τους. - Είσαι μόνος; Τι γίνηκαν τα παλικάρια του καπετάν Σεραφείμ; ρώτησε η κυρία Ηλέκτρα. Ο οδηγός κάθισε χάμω ανάμεσά τους, και ζήτησε λίγο νερό. Του έδωσε το παγούρι του ο Αποστόλης και ήπιε ...











