Είχε μπει πια για καλά το φθινόπωρο. Τα δέντρα με τα γυμνά τους κλαδιά, χόρευαν ρυθμικά στο βαλς του ανέμου και τα πεσμένα πορτοκαλιά τους φύλλα, πεσμένα στο χώμα, έκαναν ακόμα πιο μελαγχολικό το τοπίο. Τα παιδιά, φορτωμένα τις τσάντες τους, περπατούσαν βαριεστημένα στο δρόμο για το σχολείο. Η ομπρέλα δεν έλειπε από κανένα χέρι. Ο Οκτώβρης είχε μπει βροχερός στη τσιμεντένια πόλη. Πότε ρίχνοντας λίγες ψιχάλες, πότε καρεκλοπόδαρα, τα σύννεφα σκέπαζαν με θράσος τα κτίρια και τις αλάνες μην αφήνοντας αχτίδα ήλιου να ξεμυτίσει. Και όσο και αν κάποιοι σταματούσαν για λίγο, για να απολαύσουν τα χρώματα του φθινοπώρου και τη μυρωδιά του βρεγμένου εδάφους, μετά από λίγο θυμόντουσαν τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού και σιωπηλοί και κατσούφηδες συνέχιζαν ...





















