ΑφιερώματαΓενικά ΘέματαΕιδήσεις και Ανακοινώσεις

«Ζιω μόνη μου έσιει τωρά δέκα χρόνους. Μα μαραζώνω που εν έσιει ανθρώπους δαπάνω»

24 Απριλίου 2026

«Ζιω μόνη μου έσιει τωρά δέκα χρόνους. Μα μαραζώνω που εν έσιει ανθρώπους δαπάνω»

Το 1986, δημοσιογράφος του «Περιοδικού» ανακαλύπτει στον ερημωμένο Αθρακό της Λεμεσού τη μοναδική του κάτοικο, την κα Ειρήνη, η οποία έζησε εκεί μέχρι τα βαθιά της γεράματα, αρνούμενη να εγκαταλείψει τον τόπο της.

Μεταφερόμαστε στο καλοκαίρι του 1986. Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, η δημοσιογράφος Μαρίνα Στεφανίδου περιπλανιέται στα δρομάκια του φανερά εγκαταλελειμμένου χωριού Αθρακός, της επαρχίας Λεμεσού. Στο ρεπορτάζ της παρουσιάζει την εικόνα ενός χωριού που αφέθηκε στον χρόνο.

«Θλιβερά ερείπια παλεύουν με τον χρόνο (…) Ανθρώπινη παρουσία καμιά (…) Μια μικρή εκκλησούλα, εγκαταλελειμμένη στην ευπάθεια της φύσης. Ερειπωμένη και σχεδόν ανεικονική. Είναι η εκκλησούλα του Άη Γιώργη, κτισμένη τον 15ο αιώνα (…)», γράφει.

Η περιπλάνησή της δεν σταματά εκεί. Σκοπός της ήταν να εντοπίσει τη μόνη γυναίκα που διέμενε ακόμη στον Αθρακό. Την Ειρήνη Δημοσθένους Σάββα, τη μοναδική και τελευταία κάτοικο του χωριού. Την περιγράφει ως μια γριά, κατάξανθη, με ένα μονάχα μάτι γαλανό. Χαμηλή και φαγωμένη από τον χρόνο. Ντυμένη με θλιβερά κουρέλια, κρατώντας χόρτα στα χέρια και βαδίζοντας ανάλαφρα, μα σταθερά.

Το σπίτι της κας Ειρήνης αποτελούνταν από δύο κάμαρες. Η μία ήταν για εκείνην και η άλλη για τα ζώα της. Ζούσε μόνη της, ενώ κάπου-κάπου έρχονταν άνθρωποι να τη δουν. Παλιοί κάτοικοι του Αθρακού με τις οικογένειές τους ή όσοι είχαν χωράφια να φροντίσουν ή νοσταλγικές αναμνήσεις από την παλιά ζωή.

Η Ειρήνη είχε μείνει ορφανή από μητέρα όταν ήταν μωρό. Την ανέθρεψε ο πατέρας της, τότε πλούσιος άντρας του χωριού, που κατείχε κτήματα και καλλιεργούσε αμπέλια και χωράφια. Διέθετε επίσης έναν δικό του αλευρόμυλο, όπου οι κάτοικοι του χωριού και των γύρω χωριών πήγαιναν για να αλέσουν το σιτάρι και να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Η Ειρήνη δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Ακολουθεί η συνέντευξή της

-«Εν επαντρεύτηκα», λέει η κυρία Ειρήνη

-«Έρκουνταν τα προξενιά που τα γύρω χωρκά, αμμά οι γειτόνισσες εκόφκαν μου το κκισμέττι. Εστρέφαν τους πίσω δίχως να ξέρω εγιώ τίποτες. Αν θέλει ο γείτος σου, εν να παντρέψεις το παιδίν σου, λαλεί τζαι η παροιμία».

Η κα Ειρήνη, όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, αρνείτο να εγκαταλείψει τα πατρικά χώματα και να ζήσει με τα αδέλφια της.

-«Ήντα να μπω στο μάλιν του άλλου;» λέει χαρακτηριστικά.

Η ίδια ήταν μαθημένη στην ανεξαρτησία και στην ασκητική ζωή. Είχε μάθει να παλεύει και να επιβιώνει. Να προφυλάσσεται από τα στοιχεία της φύσης, να σκοτώνει τα απειλητικά φίδια και να εξολοθρεύει τους ποντικούς.

-«Ζιω μόνη μου έσιει τωρά δέκα χρόνους. Μα μαραζώνω που εν έσιει ανθρώπους δαπάνω. Να στείλει η κυβέρνηση τους πρόσφυγες. Να καλλιεργήσουν τα χωράφκια, να στήσουν αλευρόμυλους. Εγιώ εγέρασα πιον».

Συντροφιά της ήταν οι Άγιοι, από τους οποίους ζητούσε προστασία και ασφάλεια. Επίσης, ο κόσμος της περιελάμβανε και τα αγαπημένα της ζώα, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά – τον γέρο γάιδαρο, που τον καβαλίκευε κάθε οκτώ μέρες και πήγαινε στο Καλό Χωριό για να αγοράσει τις απαραίτητες προμήθειες για την ίδια και τα ζωντανά της, τον τράγο, τις κατσίκες, τις όρνιθες και τον πετεινό της. Τα ζώα αυτά αναπληρούσαν την απουσία της ανθρώπινης επαφής.

Καθώς πέφτει η νύχτα, η δημοσιογράφος περιγράφει την απουσία ηλεκτρισμού στην περιοχή. Η Ειρήνη δεν έχει λάμπα στο σπίτι της, ούτε καν κεριά και όταν έχει κρύο, προκειμένου να ζεσταθεί, ανοίγει την πόρτα και ανάβει φωτιά στην είσοδό της.

-«Άμαν σιονίζει, μεινίσκω βαούμενη έσσω, καμια-θκιο μέρες ώσπου να λύσουν τα σιόνια».

Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με τα στοιχεία πληθυσμού, το χωριό εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1982, που ήταν η τελευταία καταγραφή που έγινε. Στο χωριό σώζεται μόνο η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Διαβάστε ολόκληρο το ρεπορτάζ πιο κάτω:

city.sigmalive.com