Μια μέρα λίγο βροχερή και συννεφιασμένη, η αλεπού μας η κυρα-Μαριώ έψαχνε πεινασμένη κι απελπισμένη για τροφή, όταν ξαφνικά… - Σε τσάκωσα κυρ Πόντικα, φώναξε αλαφιασμένη και όρμησε στον αγκαθερό θάμνο. Αλλά το καφετί ποντικάκι… βουμ, σβουμ, σβιιιιιιιιιιν… κρύφτηκε ανακουφισμένο στο χωματένιο λαγούμι του στις ρίζες του θάμνου… - Παλιοπόντικο, σακατεύτηκα! Φώναζε και έσκουζε η κυρα-Μαριώ η αλεπού, καθώς είχε πιαστεί στα αγκαθερά κλαδιά του θάμνου και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Και σαν να μην έφτανε αυτό είχε πληγωθεί στα πόδια κι έτρεχαν τα αίματα… Μα πιο πολύ της πονούσε η φουντωτή ουρά της, που είχε ξεσχιστεί και είχε γίνει κατακόκκινη από τις ανοιχτές πληγές… Αλλά το μαρτύριο της «φυλακισμένης» αλεπούς δεν είχε τελειωμό. Σε λίγο μια οικογένεια κουνουπιών, που μύρισε ζεστό αίμα, ήρθε ...





















