Παραμονή Χριστουγέννων ξημέρωσε. Ο Σπύρος τεντώθηκε κι ενώ ήταν ακόμα στο κρεβάτι μια γνώριμη μυρωδιά του έσπασε τη μύτη. «Μελομακάρονα!» σκέφτηκε ενθουσιασμένος. Σίγουρα η μαμά είχε σηκωθεί πάλι αξημέρωτα για να φτιάξει αυτές τις χριστουγεννιάτικες λιχουδιές. Σηκώθηκε, έβαλε τις παντόφλες του και πλησίασε το παράθυρο. Κοίταξε έξω. Ο αέρας έπαιζε με τα γυμνά κλαδιά των δέντρων, οι περαστικοί κουβαλούσαν τα ψώνια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και παρέες παιδιών πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, χτυπώντας τα κουδούνια, για να πουν τα κάλαντα. Ο Σπύρος όμως το είχε πάρει απόφαση. Φέτος δεν θα έλεγε τα κάλαντα. Πήγαινε πια στην Ε΄ Δημοτικού. Όχι, δε θα πήγαινε. Όσο και να τον παρακαλούσε η αδερφή του η Κατερίνα. Επειδή αυτή πήγαινε ακόμα στην Γ’ τάξη ...





















