Σχοινούδι Το τοπίο ερειπωμένο και σκοτεινό ανέδυε μυρωδιές περίεργων αιώνων. Παράξενα ακούσματα άφηναν τα σοκάκια, που βαστούσαν κάτι από το καθημερινό και το άγριο των ανθρώπων, σαν τα προσπερνούσα με τα σανδάλια της ξεγνοιασιάς μου. Ακινητοποιημένη σε ασπρόμαυρο φόντο αιμάτωνα τη μνήμη κι ύστερα σύρθηκα σε ρημάγματα και πληγές και λάσπες, ώσπου ν’ ακούσω τους πρώτους ψιθυρισμούς να βουίζουν καταμεσής των πρώτων συν/κινήσεων. Και πώς οι λέξεις μου έβρισκαν σ’ αυτόν τον τόπο τη θέση τους στο διπλό καθρέφτισμα της ζωής και του θανάτου! Σπίτια πονεμένα που κρύβανε ατελεύτητες χαρές μπολιασμένες με λύπες, επειδή το καθετί υπάρχει μέσα στην απόχρωση της χαρμολύπης. Αγριοκάτσικα ξεπρόβαλαν από τα άδεια παραθύρια θηλάζοντας τις ηλιοστάλες του καλοκαιριού, κι εγώ προσπαθούσα να συγχρονιστώ με το σφυγμό του ...





















