Ο Αγγελής δεν ήταν μεγάλος. Δεν ήταν βέβαια και μικρός. Ε, γύρω στα 70. Δεν ήταν αρρωστιάρης. Δεν ήταν βερεμιάρης. Απρόσμενα έπεσε στο κρεβάτι. Δεν έτρωγε. Δεν έπινε. Δεν κουνιόταν. Δεν άνοιγε τα μάτια. Δεν μίλαγε. Έπεσε του «θανατά», όπως έλεγαν, σε ανάλογες περιπτώσεις, στο μικρό μου χωριό, το Σταυροδρόμι Γορτυνίας. Ρε Αγγελή, του έλεγαν οι συγγενείς, οι γειτόνοι. Ρε πατέρα, τα παιδιά του, σε πονάει τίποτα, μίλα μας, μάς ακούς; Ο Αγγελής έμενε ασάλευτος. Με αριές αδύναμες αναπνοές. Με πρόσωπο κατακίτρινο, που έπαιρνε με τις ώρες το γνωστό θανατερό χρώμα. Ο γιατρός που τον εξέτασε δεν άφησε ελπίδες για καλυτέρεψη. Ο παππούλης, δεν μπόρεσε να του δώσει τη Θεία Μετάληψη. Ειδοποιήθηκαν οι μακράν της … Βηθανίας βιούντες. Η Μάρθα, η παντοπώλισσα, πρόσφερε ...





















