Εκεί που βάδιζα τον δύσκολο και θλιβερό δρόμο μου, είδα μία γυναίκα να κάθεται στο κράσπεδο με το κεφάλι σκυμμένο στα χέρια, να κλαίει απαρηγόρητα με αναφηλητά. Φορούσε μαύρα, όπως οι χήρες, και ήταν περιτριγυρισμένη από άγρια θηρία, λιοντάρια, αρκούδες, λύκους και αλεπούδες. Τρόμαξα από αυτήν την φοβερή και απροσδόκητη συνάντηση, τόλμησα, όμως να την πλησιάσω και, αφού της είπα τον συνηθισμένο χαιρετισμό, την ρώτησα ποια είναι, πως την λένε, γιατί κάθεται και κλαίει σε αυτόν τον έρημο δρόμο και ποια είναι η αιτία του οδυρμού και του θρήνου της. Και αυτή με βαθύ στεναγμό μου αποκρίθηκε: «Άδικα με ρωτάς, οδοιπόρε. Φύγε, σε παρακαλώ, σιωπηλά, επειδή όχι μόνο δεν μπορώ να εκφράσω εύκολα τις πίκρες και τα βάσανά μου, αλλά και ...




















