Β΄ Ήθελε ώρα να ξημερώσει ακόμα, όταν ξύπνησε ο φτωχός τσοπάνος, που είχε τη μάντρα με τις λίγες κατσίκες στο βοσκοτόπι κάτω από τους Τρεις Σταυρούς. Τις άρμεξε και μετά ξύπνησε τον παραγιό του. Του έδωσε μια καρδάρα γεμάτη με γάλα και τον έστειλε στο χωριό, στο Κάστρο, όπου έμενε το αφεντικό του. Του έδωσε εντολή να γυρίσει γρήγορα πίσω και, αν έβλεπε ότι αργούσαν να κατεβάσουν τη γέφυρα, να φωνάξει τον φύλακα, τον θυρωρό που φύλαγε την πύλη, και ν΄ ανεβάσει την καρδάρα το γάλα με σχοινί, με παλάγκο, πάνω στο Κάστρο. Αλλά και πάλι, να μη φύγει, αν δεν τον ειδοποιούσε το αφεντικό, ο κυρ Αναγνώστης, ότι δεν ήθελε να του παραγγείλει τίποτ΄ άλλο. Ο παραγιός πέταξε από πάνω ...





















