- Γαβ, γουβ, γαβ, γουβ... Γαβ, γαβ, γαβ, φύγε από τον τοίχο μας. Ο ασπρόμαυρος σκύλος του εξοχικού σπιτιού δε σταματούσε να γαβγίζει και να τρέχει πέρα δώθε τον μαντρότοιχο που τον σκέπαζε ο κισσός. - Τιρ, τιρ, τι, τιτι... τι τον έπιασε νυχτιάτικα; Tα μικρά σπουργιτάκια, που είχαν φωλιάσει στην κουφάλα του γέρικου πεύκου της αυλής, έβγαλαν τα κεφαλάκια τους παραξενεμένα κι αναρωτιόντουσαν. - Τορ, τορ, τι, ένας κλέφτης είναι σκαρφαλωμένος στον μαντρότοιχο! Το πιο μεγάλο σπουργίτι της παρέας κουνούσε το ράμφος του πάνω κάτω, ενώ τα φτεράκια του είχαν σηκωθεί από την ανατριχίλα… Μα κι ο σκύλος δεν έπαυε, αλλά έδειχνε και τα δόντια του απειλητικά μουγκρίζοντας… - Σςς, σώπα καλό σκυλάκι… είμαι φίλος του αφεντικού σου… σώπα… εσύ είσαι ο καλύτερος σκύλος της ...





















