Κάποιος μοναχός ονομαζόμενος Μωυσής, ένοιωσε στην καρδιά του να ανάβει από αγάπη προς τον θεοφόρο αυτόν Πατέρα και τον εκλιπάρησε πολύ, χρησιμοποιώντας για μεσίτες πολλούς από τους πατέρες, να τον δεχθεί σαν μαθητή του, για να διδαχθεί από αυτόν την αληθινή φιλοσοφία. Πιέζοντάς τον λοιπόν με τις παρακλήσεις εκείνων, τον έκαμψε τον μακάριο, ώστε να τον προσλάβει κοντά του ως υποτακτικό. Συνέβη δε κάποτε να τον διατάξει ο άγιος Πατήρ να μεταφέρει κατάλληλο χώμα για να καλλιεργήσουν λάχανα. Ο Μωυσής πράγματι έφθασε στον τόπο που του υπέδειξε και πρόθυμα εκτελούσε την εντολή που έλαβε. Όταν όμως πέρασε η ώρα και ήλθε το καταμεσήμερο, οπότε η ζέστη φλόγιζε σαν καμίνι τον τόπο, διότι ήταν Αύγουστος μήνας, ο Μωυσής λύγισε και κουρασμένος πολύ ...





















