Ο Θεός με ευλόγησε να ταξιδέψω πολύ. Να μπω σε αίθουσες μεγάλες, σε εντυπωσιακά γραφεία επωνύμων, αλλά και σε λιτά δωμάτια απλών ανθρώπων, σε μεγάλα πνευματικά κέντρα ναών και μοναστηριών και σε μικρά κελιά αγιασμένων ψυχών. Σε χώρους ολόφωτους από πολυελαίους ή παράθυρα, που άφηναν τον ήλιο να τους πλημμυρίζει. Αλλά και σε χώρους πιο υποτονικά φωτισμένους, χώρους πιο προσωπικής επικοινωνίας, χώρους προσευχής. Όμως, όπου και αν βρέθηκα, τίποτε δεν με έκανε να αισθανθώ πιο οικεία και ζεστά από δύο παρουσίες: Την παρουσία ευγενικών ανθρώπων και την παρουσία μιας βιβλιοθήκης με δερματόδετες ή χρωματιστές πλάτες βιβλίων. Και αντίθετα, κανένας χώρος δεν μου προκαλεί περισσότερη αμηχανία από εκείνον τον ορφανό από βιβλία. Δεν είναι εύκολο να περιγράφουν σχέσεις, όπως αυτή με ...





















