«Τον εστρίμωχναν τα πλήθη, για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού κι αυτός στεκόταν κοντά στη λίμνη Γενησαρέτ. Είδε δυό βάρκες αραγμένες στην ακρολιμνιά· οι ψαράδες πιο κεί έπλυναν τα δίχτυα τους. Μπήκε σε μια απ’ αυτές που ήταν του Σίμωνα και τον παρακάλεσε να ξεμακρύνη λίγο από τη στεριά. Κι αφού κάθισε άρχισε να διδάσκη τον κόσμο μεσ’ από τη βάρκα. Όταν τέλειωσε είπε στο Σίμωνα· Γύρισε στ’ ανοιχτά και ρίξετε τα δίχτυα για ψάρεμα. Του αποκρίθηκε ο Σίμωνας και του είπε· Δάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε και δεν πιάσαμε τίποτα. Θα ρίξω όμως το δίχτυ αφού το ορίζεις. Έκαμαν έτσι κι έπιασαν τόσο μεγάλο πλήθος ψάρια που άρχισε το δίχτυ να σπάζη. Φώναξαν τους συνεταίρους τους της δεύτερης βάρκας ...



















