Μια φορά κι έναν καιρό, ένας λύκος τριγυρνούσε πεινασμένος, μήπως βρει κάτι να φάει. Ξαφνικά, είδε από μακριά έναν τράγο σκαρφαλωμένο σε κάτι κατσάβραχα να τρώει αμέριμνος. Έτρεξε γρήγορα προς τα εκεί και προσπάθησε να σκαρφαλώσει κι αυτός αλλά μάταια. Τα βράχια ήταν πολύ μυτερά. «Εδώ χρειάζεται πονηριά», σκέφτηκε ο λύκος και ξερογλείφτηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και φώναξε στον τράγο: – Φίλε, καλύτερα να κατέβεις κάτω. Εκεί ψηλά που βρίσκεσαι, μπορεί να ζαλιστείς και να πέσεις. Ο τράγος όμως, δεν έδωσε καμιά σημασία στα λόγια του λύκου και συνέχισε να τρώει αμέριμνος. Ο λύκος όμως δεν απογοητεύτηκε. – Φίλε, φυσάει πολύ εκεί πάνω που είσαι. Θα αρρωστήσεις σίγουρα, καημένε, φώναξε με την πιο γλυκιά φωνή του. Ο τράγος πάλι δεν αντέδρασε. – Ξέρεις κάτι; έκανε ...





















