Στα περίχωρα μια κωμόπολης, όπου πήγε κάποτε ο Κύριός μας, και πριν περάσει τα τείχη της κατοικημένης αυτής περιοχής, άκουσε μια θλιβερή και παραπονετική κραυγή. Γύρισε προς το μέρος απ΄ όπου φάνηκε να είχε έρθει η φωνή και είδε δέκα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήταν λεπροί· ήταν άρρωστοι από μια ασθένεια για την οποία την εποχή εκείνη δεν υπήρχε κανένα φάρμακο για να τη θεραπεύσει, δηλ. αυτοί οι άνθρωποι ήταν καταδικασμένοι. Επειδή μάλιστα η ασθένεια αυτή είναι ιδιαιτέρως κολλητική, δεν τους επέτρεπαν να κατοικούν μέσα στην πόλη, αλλά έξω από τα τείχη της. Έτσι, οι δυστυχισμένοι λεπροί περνούσαν τη μέρα τους ζητώντας βοήθεια από τους διαβάτες και το βράδυ κατέφευγαν, συνήθως, στα νεκροταφεία, που βρίσκονταν κι αυτά έξω από τις πόλεις και ...





















