Μα όλη μέρα πέρασε, και δε φάνηκε κανένας. Κρυμμένα μες στα καλάμια τα δυο αγόρια περίμεναν. Και πότε φύλαγε ξυπνητός ο Αποστόλης και ξαπλωμένος στο χώμα κοιμούνταν ο Γιωβάν και πότε ξαγρυπνούσε o Γιωβάν κι έπαιρνε κανέναν ύπνο ο Αποστόλης. Νύχτα, σκοτεινά, παραφύλαγε ο Γιωβάν, όταν άκουσε τρίψιμο μιας πλάβας μες στα καλάμια. Ξύπνησε τον Αποστόλη και, πλάγι-πλάγι ζαρωμένα τα δυο αγόρια, είδαν την πλάβα που σήκωσε τη μύτη της στη σκάλα και τρεις άντρες πήδηξαν στο χώμα. Ο ένας, μικρόσωμος, γοργοκίνητος, ξαναμπήκε στην πλάβα κι έσκυψε κατά τα καλάμια, όπου στέκουνταν κρυμμένα τ' αγόρια. - Λαγός στ' αμπέλι! είπε χαμηλόφωνα. Μας πρόλαβε μουσαφίρης! Ένα μονόξυλο εδώ... Ο Αποστόλης πετάχτηκε από τον κρυψώνα του, κρατώντας τον Γιωβάν από το χέρι. - Εμείς είμαστε, κύριε ...












