Θυμάμαι, αρχικά ως παιδί κι αργότερα ως έφηβος, να βγαίνω από μαγαζιά, ψιλικατζίδικα, περίπτερα, βιβλιοθήκες, κρατώντας στα χέρια μου, σε μια τσάντα, ή στις τσέπες μου κάποιο κλεμμένο αντικείμενο. Ένα περιοδικό, ένα βιβλίο, ένα παιχνίδι, ή κάτι άλλο. Πάντα κάτι που δεν το είχα άμεση ανάγκη. Κάτι που δεν μου έλειπαν τα χρήματα που χρειαζόμουν για να το αγοράσω, όμως δεν ήθελα να τα ζητήσω. Δεν ήθελα να πληρώσω γι αυτό. Θυμάμαι που έκλεβα χρήματα κι από την τσέπη του παντελονιού του πατέρα μου. Με ανακαλώ να κοιτάζω τα κλοπιμαία στα χέρια μου διατηρώντας συνήθως μια αμφιθυμική διάθεση: Από την μια, την ευχαρίστηση πως τα κατάφερα να ξεγελάσω τον μαγαζάτορα, ή τον πατέρα μου. Πως πάλι διέφυγα λαθραία. Κι απ’ την άλλη, ...




















