Συνέπεσε λοιπόν ν’ αποθάνη κάποιος υπερύψηλος το ανάστημα, η δε συμφωνία ήτο ένας κούτελος (10) οκάδες. Και η μοιρολογίστρα μόλις τον είδε, άρχισε να κλαυθμηρίζη εις επήκοον των «βαρυπενθούντων» συγγενών: Μακρύς μακρύς με φαίνεσαι και τα κουκιά είναι λίγα, εννοούσα αύξησιν της αμοιβής της αναλόγως του μήκους του λειψάνου. Όλοι εγέλασαν με την καρδιά τους, και η επωδός κατέστη ο ψυχαγωγικός ψαλμός της ζωντανής κηδείας. Πέντε ώρας διήρκεσεν η μακάβριος μεταφορά, διότι εκτός της δυσβάτου ατραπού μάλλον ή δρόμου, κατά την ανώμαλον κάθοδον και άνοδον, ότε μεν εύρισκαν επί των θάμνων και πετρών οι κρεμάμενοι γυμνοί πόδες του, ότε δε η ξανθή κεφαλή του, αλλ’ αυτός πρηνηδόν λόγω των τραυμάτων του επί της καζάκας εις ουδέν ελογίζετο αυτά, και εξ εναντίας συνεμερίζετο και αυτός τα ...





















