Ξεχασμένος από το χρόνο, είχε ξεμείνει ολομόναχος, εκεί στις πέρα παραλίες, να αγναντεύει και να χάνεταιστη θάλασσα, ήταν τα χρώματα τόσο έντονα και αληθινά, μπλε, τιρκουάζ, πορτοκαλί, όλα τόσο φορτωμένα από μπογιά, τόσο απλόχερα, που άφησε για λίγο τον πολύτιμο, λευκό κρύσταλλο μακριά από την φροντίδα του. Ξέμεινε να τα κοιτά, να τα θαυμάζει και να ρουφά αχόρταγα, λίγο από το χρώμα, εκείνο που χανόταν άπληστα μέσα στο πέλαγος.
Ρουφηγμένος από εκείνες τις ίδιες θαλασσινές θίνες, σκληρές ριπές αέρα, γέμιζαν άμμο την διάφανη ψυχή, τριγυρνούσε για αιώνες πάνω στο νησί, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις με την παλιά εποχή που φορούσε εκείνη τη περιορισμένη μαλακή σάρκα, το σώμα του.
Ανέβηκε ξανά στη βάρκα και τράβηξε ίσα για το μικρό, γυμνό και ξερό νησάκι, ...
Περισσότερα