Κατ’ αυτήν μετεχειρίζετο ιδιάζοντά τινα τρόπον εκφράσεως και χρωματισμού της φωνής, προσδίδοντα μίαν εγνωσμένην προσπάθειαν εξωτερικεύσεως και διερμηνείας των διαφόρων συναισθημάτων της χαράς ή της θλίψεως, ή και άλλου τινός, τα οποία εν τη ψυχή αυτού εγεννώντο καθ’ ήν στιγμήν ούτος συνήντα εν τω ψάλλειν φράσεις, περιεχούσας έννοιας παραγωγικός των τοιούτων συναισθημάτων...». Και ο μετέπειτα ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας της Πάρου αοίδιμος Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος, που ήταν και ισοκράτης του, συμπληρώνει: «... Όταν δε έψαλλεν εφαίνετο ως να έβλεπε τον Θεόν έμπροσθέν Του και ωσάν να εβλέπετο υπό του Θεού. Όταν έψαλλε τα ιδιόμελα της Δευτέρας Παρουσίας, με τοιούτον φόβον, με τοιούτον τρόμον έψαλλεν, ωσάν να ίστατο προ του φοβερού εκείνου βήματος της φοβέρας εκείνης ημέρας! Αλλά και με τον φόβον ...





















