Ὑπὸ ἱερομονάχου Λεοντίου Κοζλὼφ (Ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ περιοδ. «Θεοδρομία», τ. 2/2006) Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἀποτελεῖται ἀπὸ δυὸ ἀχώριστα μέρη: τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό, τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωση νὰ κηρύττει καὶ νὰ ὁδηγεῖ τοὺς χριστιανοὺς πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀποκλείει, ὅταν δὲν ὑπάρχει κοντὰ ἕνας καλὸς ἱερέας ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέμβει κάποιος ἱερωμένος, οἱ θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ προχωρημένοι λαϊκοὶ νὰ διδάσκουν καὶ νὰ συμβάλλουν στὴν προσέγγιση τῶν ἄλλων μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἀφοῦ ὅλοι μας, καὶ κληρικοί, καὶ λαϊκοί, ἔχουμε ἕνα σκοπό, πρέπει νὰ συνεργαζόμαστε ὅλοι μαζὶ μὲ ἀγάπη, ἡ ὁποία «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει…» (Α΄ Κορ. ιγ΄, 7). Θὰ ἤθελα νά σᾶς μεταφέρω ἕνα μικρό, ἀλλὰ πολὺ περιεκτικὸ διήγημα τοῦ Ἀντωνίου Τσέχωφ – ἑνὸς μεγάλου Ρώσσου συγγραφέως, ποὺ ἔζησε τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 19ου αἰῶνος. Ὀνομάζεται «Ὁ Φοιτητής». Δὲν ξέρω ἐὰν ὑπῆρχε ποτὲ κάποια νεοελληνικὴ μετάφραση αὐτοῦ τοῦ ἔργου, ἀλλὰ τὸ μετέφρασα καὶ ἐγώ. Ὁ Ρῶσσος διανοούμενος καὶ θεολόγος πρωθιερέας Σέργιος Μπουλγάκωφ ἔλεγε, γι’ αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα τοῦ Τσέχωφ, ὅτι «εἶναι ἕνα πολυτιμότατο μαργαριτάρι, ποὺ σὲ τρεῖς σελίδες ἐμπεριέχει ἀπέραντα νοήματα». Καὶ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας ἀγαποῦσε αὐτὸ τὸ διήγημα καὶ τὸ θεωροῦσε καλύτερο ἀπὸ πολλὰ ἄλλα μεγάλα ἔργα του. Ὅπως μνημονεύει ἕνας ἄλλος γνωστὸς Ρῶσσος λόγιος, συγγραφεὺς καὶ ποιητής, ὁ Ἰ. Ἀ. Μπούνιν, ὅταν κατηγοροῦσαν τὸν Τσέχωφ γιὰ πεσσιμισμό, ἐκεῖνος ἔλεγε: «Τί πεσσιμιστὴς εἶμαι ἐγώ; Ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα μου τὸ πιὸ ἀγαπημένο εἶναι τὸ διήγημα “Ὁ Φοιτητής”…». Λοιπόν, θά παρουσιάσω τὴν μετάφραση καὶ μετὰ θὰ κάνω λίγες παρατηρήσεις. «Ὁ καιρὸς στὴν ἀρχὴ ἦταν καλός, ἥσυχος. Φώναζαν κότσυφες καί, γειτονικὰ στοὺς βάλτους, κάτι ζωντανὸ παραπονεμένα βούϊζε, λὲς καὶ φύσαγε στὸ ἄδειο μπουκάλι. Πέταξε μιὰ μπεκάτσα καὶ ἀκούστηκε πρὸς αὐτὴν πυροβολισμὸς μέσα στὸν φθινοπωρινὸ ἀέρα, ἐκρηκτικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀλλὰ ὅταν στὸ δάσος σκοτείνιασε, ἀναπάντεχα φύσηξε ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ κρύος, διαπεραστικὸς ἀέρας· ὅλα σίγησαν. Στὶς λακκοῦβες ἐμφανίσθηκαν βελόνια ἀπὸ πάγο, καὶ στὸ δάσος ὅλα φαίνονταν ἄβολα, ἀθόρυβα καὶ νεκρά. Ἄρχισε νὰ μυρίζει χειμώνα. Ὁ Ἰβὰν Βελικοπόλσκι, φοιτητὴς τῆς θεολογικῆς Ἀκαδημίας, υἱὸς τοῦ νεωκόρου, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὶς σπουδές του στὸ σπίτι, περπατοῦσε ὅλην τὴν ὥρα στὸ δρομάκι μέσα στὸ λιβάδι,...











