«Πάτερ αγαθέ, εμακρύνθην από σού, μη εγκαταλίπης με, Μηδέ αχρείον δείξης της Βασιλείας σου. Ο εχθρός ο παμπόνηρος εγύμνωσέ με και ήρε μου τον πλούτον. Της ψυχής τα χαρίσματα ασώτως διεσκόρπισα, Αναστάς ουν επιστρέψας προς σε εκβοώ, Ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου, ο δι εμέ εν Σταυρώ, τας αχράντους χείρας απλώσας, Ίνα του δεινού θηρόςαφαρπάσης με, Και την πρώτην καταστολήν επενδύσης με, ως μόνος πολυέλεος». Περνούν οι μέρες από την Κυριακή του Ασώτου και δεν φεύγει από το μυαλό μου το απαράμιλλο σε νοήματα, συμβολισμούς, αναφορές συνειρμών, γλωσσική και φιλολογική τελειότητα, δοξαστικό της Κυριακής του Ασώτου. Το θεωρώ ως θεόπνευστη, κατανυκτική και σπαραχτική προσευχή. Η κλητική προσφώνηση με την οποία αρχίζει «Πάτερ αγαθέ», δημιουργεί την πεποίθηση ότι απευθύνεται στο πρώτο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού, ...




















